BACK   ...the right site for fishing lovers
 
Η ΡΕΓΟΥΛΑ ΣΤΟ SURFCASTING
 
 

 

Το γνήσιο άρθρο του Tony που δημοσιεύτηκε σε Ελληνικό περιοδικό ψαρέματος

 

 

Η γνώση, η εμπειρία, η τριβή, είναι έννοιες συνώνυμες με την εγγύηση, με τη σιγουριά. Είναι η βάση πάνω στην οποία θα στηριχτούμε για να προχωρήσουμε, σε όλους τους τομείς της ζωής μας.

Το ίδιο ισχύει και στο ψάρεμα. Στηριζόμαστε στους γονείς, στους φίλους, σε δικούς μας γενικά ανθρώπους, για να μάθουμε τις διάφορες τεχνικές και μυστικά. Πόσες φορές όμως δεν έχουμε διαπιστώσει ότι κάποιες ψαρευτικές θεωρίες είναι ανακριβείς και όπως μας τις δίδαξαν; Οι αμφιβολίες μας ζώνουν, μας μπερδεύουν, μας προβληματίζουν… Ψάρεμα, ψαρότοποι, πίστη, φήμη… θα ασχοληθούμε στη συνέχεια με κάποια παραδείγματα που αφορούν το surfcasting, προσπαθώντας, όπου είναι δυνατόν, να βρούμε που υπάρχει αλήθεια, όσον αφορά τα μυστικά του.

Είναι αλήθεια ότι… Ποιος από μας δεν έχει ακούσει ότι στο ψάρεμα της τσιπούρας πρέπει να δίνουμε πολύ προσοχή στη ρύθμιση της ρέγουλας, που, σε αυτήν την περίπτωση, πρέπει να είναι εντελώς ανοικτή; Βέβαια, αυτό δικαιολογείται από το γεγονός ότι η τσιπούρα, πιάνοντας το δόλωμα στο στόμα, παίρνει μια γρήγορη φυγή πριν το καταπιεί και επειδή είναι δύσπιστη, αν αισθανθεί λίγη αντίσταση, το αφήνει.

Έτσι δημιουργείται η ανάγκη να κρατήσουμε τελείως ανοικτή τη ρέγουλα του μηχανισμού. Μάλιστα, όλοι οι μηχανισμοί που είναι εφοδιασμένοι με σύστημα Bait Runner βρίσκουν την καλύτερη εφαρμογή τους στο ψάρεμα της τσιπούρας. Όμως, αυτή η θεωρία παρουσιάζει κάποια αδύνατα σημεία. Σε πρώτο πλάνο, σημαντικό ρόλο παίζει το δόλωμα που θα χρησιμοποιήσουμε.

Με τα σκωληκοειδή, η τσιπούρα συμπεριφέρεται όπως οποιοδήποτε άλλο ψάρι, καταπίνοντας κατευθείαν το σκουλήκι, χωρίς καμία καθυστέρηση. Στα πιο απαιτητικά δολώματα (μύδι, καβούρι, πορφύρα κτλ.) η θεωρία λέει ότι η επιθυμητή μας λεία τρέπεται σε φυγή αμέσως μετά το δάγκωμα του δολώματος. Δεν ισχύει όμως κάτι τέτοιο. Σε αυτή την περίπτωση, λοιπόν, το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να της δίνουμε αρκετό χρόνο για να θρυμματίζει το δόλωμα, που λίγο αργότερα θα καταβροχθίσει στην κυριολεξία.

Στην ουσία, θα πρέπει μόνο να αφήνουμε την πετονιά λάσκα και να κρατάμε τη ρέγουλα του μηχανισμού ρυθμισμένη στο όριο θραύσεως της πετονιάς. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η τσιπούρα έχει πολύ γερό στοματικό σύστημα και μόνο με ένα δυνατό και αποφασιστικό κάρφωμα θα μπορούμε να εξασφαλίσουμε τέλεια πιασίματα, τα οποία δύσκολα θα τα πετύχουμε αν κρατήσουμε τη ρέγουλα εντελώς ανοικτή.

Λάθος χρήση της ρέγουλας: Συνακόλουθο των προαναφερόμενων είναι η λανθασμένη χρήση της ρέγουλας. Μηχανισμός πάρα πολύ σημαντικός του μουλινέ, η ρέγουλα, πράγματι πολύ συχνά χρησιμοποιείται άστοχα η, τουλάχιστον, όχι πάντα με το σωστό και λογικό τρόπο. Στην πράξη, στο ψάρεμα από τη στεριά, στα μουλινέ αντιμετωπίσουμε συχνά ψάρια μεγάλου μεγέθους. Στην πραγματικότητα, είναι αρκετά συνηθισμένο να ανοίγουμε τη ρέγουλα αμέσως μετά την πραγματοποίηση των πεταγμάτων όταν τοποθετήσουμε το καλάμι στη βάση του γα να μη έχουμε την ατυχία να σπάσουμε την πετονιά στην περίπτωση που πιαστεί κάποιο μεγάλο ψάρι, έτσι λέμε.

Μια λάθος συνήθεια που περιορίζει τις δυνατότητες να καρφώσουμε αποτελεσματικά τα λεία μας. Τέλος πάντων, καλό είναι να θυμόμαστε ότι, αν χρησιμοποιήσουμε πετονιά από νάιλον σε απόσταση 90-100 μέτρων από την ακρογιαλιά, πρέπει να ξέρουμε ότι μπορούμε να επωφελούμαστε ένα τέντωμα 8-10 μέτρων της ίδιας πετονιάς, μια φυσική ρέγουλα , που, αν την προσθέσουμε στην ελαστικότητα του καλαμιού, μας επιτρέπει να αντιστεκόμαστε στις φυγές του ψαριού με απόλυτη σιγουριά. Με άλλα λόγια, πρέπει να μάθουμε να τη χρησιμοποιήσουμε σωστά, να την κρατάμε σφιχτή όταν είμαστε stand by (εν αναμονή), ώστε να διευκολύνουμε το αυτοκάρφωμα, ενώ στη συνέχεια, αν χρειαστεί, ειδικά στις τελευταίες φάσεις του μαζέματος, μπορούμε να την χαλαρώσουμε όσο θέλουμε.

Καρφώνουμε ή όχι: Για πιο λόγο μετά το τσίμπημα καρφώνουμε; Είναι απαραίτητο; Αν εξετάσουμε καλά το θέμα, θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η ενέργεια είναι εντελώς περιττή. Είναι αναγκαίο να καρφώσουμε μια “άτυχη” μουρμούρα κατά τη διάρκεια που σέρνει το μολύβι (ίδιου βάρους με αυτήν πολλές φορές) και τραβάει εκατό και περισσότερα μέτρα πετονιά, λυγίζοντας τη μύτη του καλαμιού μας; Πιστεύω πως όχι! Με άλλα λόγια, πρέπει να προσπαθήσουμε να αποφύγουμε αυτήν τη απολύτως περιττή συνήθεια και να δίνουμε πολύ δυνατά τραβήγματα στο καλάμι μετά το τσίμπημα, γνωρίζοντας ότι διαφορετικά οι πιθανότητες να χάσουμε τα ψάρια είναι πολλές. Το κάρφωμα είναι απαραίτητο μόνο όταν ψαρεύουμε με το καλάμι στο χέρι, σε κοντινές αποστάσεις και σε τεχνικές που δε βασίζονται (όπως στο surfcasting) στο αυτοκάρφωμα, που οφείλεται στο ανταποδοτικό χτύπημα του μολυβιού και της μύτης του καλαμιού.

Συρόμενα παράμαλλα: Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το πιο “παλιό” και χρησιμοποιημένο παράμαλλο είναι εκείνο που αποτελείται από ένα συρόμενο μολύβι, κατέχοντας σημαντική θέση στην εκτίμηση των ψαράδων του surfcasting, ειδικά εκείνων που δεν είναι τόσο νέοι. Αυτό το παράμαλλο χρειάζεται λίγα και απλά εξαρτήματα και όχι ιδιαίτερο ταλέντο. Στην ουσία, βάζουμε ένα μολύβι τρυπημένο (σφαίρα ή κώνος) πάνω στο Shock Leader, συνοδευόμενο από ένα κομμάτι πλαστικού σωλήνα μήκους δυο εκατοστών που θα προστατέψει τον κόμπο που κρατάει το στριφτάρι από τα χτυπήματα και στον οποίο θα δέσουμε το γενικά πολύ μακρύ παράμαλλο.

Αυτό το παράμαλλο δουλεύει ίσια με τη μάνα, “ξεφορτώνει” άψογα τα στριψίματα της πετονιάς και, πολύ συχνά, εγγυάται την αποφυγή των μπερδεμάτων. Ο λόγος για τον οποίο πολλοί χρησιμοποιούν αυτό το παράμαλλο είναι η δυνατότητα ολίσθησης της πετονιάς μέσα στην τρύπα του μολυβιού. Με άλλα λόγια, το παράμαλλο θα πρέπει να διευκολύνει και να επιτρέπει μια εξαιρετική αντίληψη των τσιμπημάτων, χωρίς να τρομάξει το ψάρι. Παρά τις πολλές όμως δυνατότητες που αναφέρουμε γι’αυτό το παράμαλλο μπορεί να αντιμετωπίσουμε και προβλήματα, γιατί η τρύπα του μολυβιού- που γενικά είναι πολύ μικρή- δεν εγγυάται μα τέλεια ολίσθηση της πετονιάς και αρκεί ένας μικροσκοπικός κόκκος άμμου για να χαλάει τα πάντα. Εξάλλου, όταν το μολύβι βρίσκεται στη θάλασσα, κάποια στιγμή, θέλουμε-δεν θέλουμε, το μολύβι θα σκεπαστεί από άμμο που σήκωσαν τα ρεύματα, μειώνοντας ακόμα περισσότερο τις δυνατότητες ολίσθησης της πετονιάς.

Πέρα από αυτό, ποιος μας εγγυάται ότι το ψάρι, αμέσως μόλις καταπιεί το δόλωμα, θα φύγει κάθετα με την ίδια κατεύθυνση της πετονιάς και την τρύπα του μολυβιού; Κανένας. Αντιθέτως, οι πιθανότητες ότι θα γίνει κάτι τέτοιο είναι πάρα πολύ λίγες. Αυτό που γίνεται σχεδόν πάντα είναι, τραβώντας το ψάρι, πλάγια, η πετονιά γλιστράει πολύ λίγο, κουνώντας επίσης το μολύβι, αφήνοντας το ψάρι να αντιληφθεί, δυστυχώς, το βάρος του, μηδενίζοντας πραγματικά την καταπληκτική και εξαιρετική απόδοση που έχει αυτό το παράμαλλο.

Διευκρίνιση: Τώρα πια το ξέρουμε όλοι πολύ καλά, ότι τα στριψίματα, η φθορά και η μνήμη της ίδια πετονιάς, πέρα από την ποιότητα του προϊόντος, εξαρτώνται και από τη χρήση της. Είναι σημαντικό, όμως, να διευκρινίσουμε ότι στη φάση του τυλίγματος της πετονιάς στους μηχανισμούς με σταθερή μπομπίνα, φυσικά, πραγματοποιούνται πολλά στριψίματα, ειδικά όταν δεν εκτελούμε σωστά αυτή τη διαδικασία. Όταν είμαστε έτοιμοι, αρκεί να αφήνουμε την πετονιά να βγει πλαϊνά από την μπομπίνα, προσέχοντας όμως να ξετυλίγεται αριστερόστροφο, δηλαδή, αντίθετα από την κανονική πορεία των μουλινέ.

 

πάτα πάνω στις φωτογραφίες για να τις δεις σε κανονικό μέγεθος