BACK   ...the right site for fishing lovers
 
Η ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΑΥΡΑ
 
 

 

Το γνήσιο άρθρο του Tony που δημοσιεύτηκε σε Ελληνικό περιοδικό ψαρέματος

 

 

πάτα πάνω στις φωτογραφίες για να τις δεις σε κανονικό μέγεθος

Η δυνατότητα για το Ωκεανό να απορροφάει και να αποθηκεύει ενέργεια από τον ήλιο, είναι πελώριος. Αυτό οφείλεται στην…

Η διαφάνεια του νερού που επιτρέπει τις ακτίνες του ήλιου να διαπερνούν βαθιά στο Ωκεανό. Σε καθαρά τροπικά νερά, το φως μπορεί να φτάσει σε ένα βάθος των 500-650 ποδών (150-200 μέτρα περίπου), που σημαίνει ότι αυτό παίρνει μια μεγάλη ποσότητα από την θερμική ενέργεια για να αυξάνει ….

Η σταθερή αναταραχή από τον άνεμο και από τον καιρό, συνεχώς ανακατεύει το νερό, μοιράζοντας θερμότητα πάνω σε τεράστιες ποσότητες που χρειάζουν ακόμη περισσότερη θερμότητα για να αυξάνουν τη θερμοκρασία.

Σε αντίθεση με το Ωκεανό, οι ακτίνες του ήλιου δεν διαπερνούν βαθιά στην ξηρά, αλλά είναι τυπικά κρατημένα σε μόλις λίγα εκατοστά από την επιφάνεια. Συνεπώς, ο έδαφος σε καθημερινή βάση, ενώ θερμαίνεται πολλές φορές γρηγορότερα από τον Ωκεανό, μπορεί όμως να χάσει επίσης εκείνη την θερμότητα τόσο γρήγορα, την νύχτα. Για τις παραλιακές περιοχές, αυτή η διαφορά στην θερμότητα μπορεί να έχει μια μεγάλη σύγκρουση στο νερό από τον σχηματισμό της θάλασσας και στεριανές αύρες και, όντως είναι η βασική αιτία που εμείς πρώτα κοιτάζουμε τον άνεμο. Ενώ η θαλασσινές αύρες είναι γενικά συνεταιρισμένες με τον Ωκεανό, μπορούν να συμβαίνουν κατά μήκος μια ακτή που έχει μια τεράστια ποσότητα νερού όπως π.χ. τα Great Lakes. Η κυκλοφορία της θαλασσινής αύρας αποτελείται από δυο αντίθετες ροές: Μια στην επιφάνεια (αποκαλούμενη θαλασσινή αύρα), και μια υψηλή (που είναι μια ροή επιστροφής). Αυτές οι δυο αύρες είναι το αποτέλεσμα της διαφοράς στην πίεση αέρος μεταξύ την στεριά και τα θάλασσα, δημιουργημένη από την θερμότητα του ήλιου. Στην επιφάνεια, ο ήλιος θερμαίνει και τα δυο, η στεριά και ο Ωκεανός με την ίδια τάξη. Ωστόσο, μια που η θερμότητα στην στεριά δεν απορροφάται καλά, αυτή επιστρέφει και θερμαίνει τον αέρα.

Ο θερμαινόμενο αέρα, με τη δική του μειωμένη πυκνότητα, αρχίζει να ανεβαίνει (1). Η άνοδος του αέρα δημιουργεί μια ασθενής πίεση αέρος (αποκαλούμενο χαμηλό θερμικό) λόγω του ότι μια ελάττωση της μάζας αέρος στην επιφάνεια (2). Τυπικά, από 3.000 στα 5.000 πόδια (1.000-1.500 μέτρα) πάνω από αυτή την χαμηλή πίεση, έτσι όπως τις δροσιές αέρος, αυτό ξεκινάει να συλλέγει αποτελέσματα σε μια αύξηση στην πίεση δημιουργώντας μια “υψηλή” (3). Αυτές διαφορές στην πίεση πάνω στην στεριά, και οι δυο στην επιφάνεια και υψηλά, είναι μεγαλύτερες από τις διαφορές στην πίεση πάνω στα νερά, στον ίδιο υψόμετρο (4 και 5). Άρα, όπως η ατμόσφαιρα επιχειρεί να εγκαθιστά ίσια πίεση είτε προς την ακτή είτε το αντίθετο: δυο υψηλές πιέσεις σε χαμηλές πιέσεις ροής αέρας εκδηλώνουν: Η ροή αέρας προς την θάλασσα υψηλά (6) και η ροή προς την ακτή στην επιφάνεια, αποκαλούμενη θαλασσινή αύρα (7). Λόγο την διαφορετική θερμοκρασία μεταξύ την επιφανειακή θερμοκρασία πάνω στην στεριά και πάνω στα νερά που είναι και τυπικά πολύ μεγάλη, ένα περιοριστικό όριο μπορεί να αποκτά. Αυτό το περιοριστικό όριο, αποκαλούμενο μέτωπο της θαλασσινή αύρα, ενεργεί ίδια όπως το ψυχρό μέτωπο που εμείς παίρνουμε ως μαρτυρία. Απλά όπως τα ψυχρά μέτωπα, η θερμοκρασία του αέρα πέφτει σημαντικά μετά που το μέτωπο θαλασσινής αύρας περνάει ένα εντοπισμός, κάποιες φορές μέχρι τα 15-20˚F (8-11˚C). Ο ουρανός, επίσης καθαρίσει μετά το πέρασμα του μετώπου της θαλασσινής αύρα. Μια άλλη αλλαγή που μπορεί να παίρνει μέρος με το πέρασμα του μετώπου της θαλασσινής αύρα, είναι μια αύξηση της υγρασίας.

Τελικά, υπάρχει μια σημαντική αλλαγή στη κατεύθυνση του άνεμου ή/και της ταχύτητας. Αυτές οι αλλαγές συμβαίνουν σε μια σχετικά μικρή κλίμακα πρόγνωση καιρού. Ωστόσο, εάν υπάρχουν μεγαλύτερες κλίμακες ατμοσφαιρικών συνθηκών επίσης που επηρεάσουν τον καιρό, τότε η θαλασσινή αύρα και το μέτωπο της θαλασσινής αύρας μπορούν να έχουν μεγαλύτερη επιρροή στο είδος και στην ένταση του καιρού που κάποιος παρακολουθεί. Έτσι όπως κατά μήκος ψυχροί μέτωποι, εάν οι καιρικές συνθήκες είναι σωστές, οι θύελλες συχνά αναπτύσσονται κατά μήκος τους μετώπους των θαλασσινών αύρων. Η τοποθεσία και η ποσότητα των θυελλών θα διαφοροποιεί εξαρτάται το γενικός τρόπος παρουσίασης του καιρού επάνω στην περιοχή. Στην Φλώριδα παραδείγματος χάρη, η ποσότητα των λιακάδων και συχνότεροι άνεμοι επιφάνειας επάνω στο κράτος, έχει πολύ μεγάλη επιρροή στις θύελλες θαλασσινής αύρας. Εάν ο άνεμος είναι σχετικά ήρεμος, τότε η θαλασσινή αύρα μπορεί να κινηθεί ενδοχώρια, αλλά μόνο με διασκορπισμένες θύελλες που συμβαίνουν περίπου στο 1/3 του δρόμου διαγώνια το χερσόνησος. Ο ελαφρός Δυτικός άνεμος (5-10 mph) 5-10 μέτρα ανά ώρα, κρατάει το μέτωπο της θαλασσινής αύρας περιορισμένο στην Ανατολική ακτή αλλά δημιουργεί επίσης για πιο εκτεταμένες θύελλες κατά μήκος των ορίων. Ο ελαφρός Δυτικός άνεμος που έχει ταχύτητα 5-10 μέτρα ανά ώρα (5-10 mph), κρατάει το μέτωπο της θαλασσινής αύρας περιορισμένο στην Ανατολική ακτή αλλά δημιουργεί επιπλέον εκτεταμένες θύελλες κατά μήκος των ορίων. Δυνατότερους Δυτικούς ανέμους μπορούν να προλαβαίνουν το μέτωπο της θαλασσινής αύρας από το να κινείται προς την ακτή ή να αναπτύσσεται και όλα έτσι ώστε να μην συμβαίνουν θύελλες.

Με το επικρατών Ανατολικών ανέμων, αυτοί πράγματι βοηθούν το σπρώξιμο του μετώπου της θαλασσινής αύρας και τις θύελλες τόσο μέχρι να φτάνουν στο μισό δρόμο διαγώνια την χερσόνησο. Σε μικρότερο χερσόνησο, όπως π.χ. η Βόρεια άκρη της Νέα Ζηλανδία, οι θαλασσινές αύρες από τις απέναντι ακτές, μπορούν να συγκρούονται. Σε αυτή την φάση, δυο γραμμές από θύελλες μπορούν να συγκρούονται και να ενώνονται μέσα σε μια αλλά έντονη προσωρινή γραμμή. Η αντίθετη της θαλασσινής αύρας είναι η στεριανής αύρας. Ενώ οι θαλασσινές αύρες συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της ημέρας, οι στεριανές αύρες συμβαίνουν στην νύχτα. Παρά τη διαφορά στην ώρα που οι θαλασσιές αύρες και οι στεριανές αύρες συμβαίνουν, η αιτία για το σχηματισμός της στεριανής αύρας, είναι ίδια με τη θαλασσινή, μόνο ο ρόλος του ωκεανού και τη στεριά είναι αντίθετος. Οι στεριανές αύρες μπορούν να συμβαίνουν όταν η νυχτερινή θερμοκρασία είναι χαμηλότερη από την θερμοκρασία της επιφάνεια της θάλασσας. Αυτές, είναι πιο συνηθισμένες κατά τη διάρκεια των φθινοπωρινών και χειμερινών μηνών, όταν η θερμοκρασίες των νερών είναι ακόμα αρκετά ζεστά και οι νύχτες είναι δροσερές, Ωστόσο, αντίθετα από τη θαλασσινή αύρα, η στεριανή αύρα είναι γενικά πιο ασθενής. Στην νύχτα, η θερμοκρασία της στεριάς πέφτει κάτω από εκείνη του ωκεανού και γίνεται λιγότερο πυκνή.

Επομένως, αρχίζει να ανεβαίνει (1, πάνω δεξιά). Η αύξηση του αέρα, δημιουργεί μια περιοχή με ασθενή χαμηλή πίεση λόγω του ότι μια ελάττωση στη μάζα αέρος στην επιφάνεια (2). Όπως δροσίζει ο αέρας, αυτό αρχίζει να συλλέγει αποτελέσματα σε μια αύξηση στην πίεση, δημιουργώντας μια “υψηλή” (3). Αυτές οι διαφορές στις πιέσεις πάνω στο νερό, είτε στην επιφάνεια είτε υψηλότερα, είναι μεγαλύτερες από τις διαφορές στις πιέσεις πάνω στη στεριά, στο ίδιο ύψος πάνω στο νερό (4 και 5). Επομένως, έτσι όπως η ατμόσφαιρα αναζητά να ξανά εγκαθιστά ίσια πίεση είτε προς την ακτή είτε από την ακτή, δυο υψηλές πιέσεις αναπτύσσονται σε ροές αέρας χαμηλής πίεση: τις προς την ακτή υψηλές ροές (6) και επιφανειακές από την ακτή ροές, αποκαλούμενες στεριανές αύρες (7). Οι στεριανές αύρες, είναι πιο ασθενείς από τις θαλασσινές αύρες αλλά όχι για τη διαφορά στην θερμότητα. Η θερμότητα της ημέρας και η δροσιά τις νυχτερινές ώρες συμβαίνουν περίπου στην ίδια τάξη, έτσι το δυναμικό για τις δυο, θαλασσινή και στεριανή αύρα, να είναι της ίδιας δύναμη, υπάρχει. Στην νύχτα όμως…

Το δροσερό έδαφος εμποδίζει κάθετες κινήσεις οι οποίες, εξασθενίσουν την κυκλοφορία της στεριανής αύρας.

Κατά τη διάρκεια της νύχτας η δροσιά δημιουργεί επίσης χαμηλότερες αλλαγές στη θερμοκρασία έτσι ώστε και η στεριανή κυκλοφορία είναι χαμηλότερη, και…

Το έδαφος, η βλάστηση, και τα κτήρια εμποδίζουν τη ροή του αέρα από τη στεριά προς τη θάλασσα.

Με λίγα λόγια: Η αύρα είναι ένα ελαφρός άνεμος, σημειωμένο από τις βαθμίδες 2 και 3 της κλίμακας Μποφόρ, άρα, με μια ταχύτητα ενδιάμεσα τα 7 και τα 20 χλμ./ώρα. Διαπιστώνεται με την παρουσία ενός πεδίου υψηλής πίεσης, με έλλειψη μαζών αέρος σε διέλευση στην ατμόσφαιρα. Συγκεκριμένα αναφέρουμε στην αύρα όπως ένας περιοδικός άνεμος, συχνά επηρεασμένο, πέρα από τις αλλαγές πίεσης, επίσης από την διαφορά θερμοκρασίας.

Θαλασσινή και στεριανή αύρα: Η θαλασσινή αύρα, είναι ένα ημερήσιος άνεμος που φυσάει στις ακτογραμμικές περιοχές, από τη θάλασσα προς τη στεριά. Είναι προκαλούμενο από το “ελάχιστο ύφεσης”, το χαμηλό βαρομετρικό, που σχηματίζεται επάνω τη στερεά λόγου τη διαφορετική “ειδική θερμότητα”. Το νερό απορροφάει κυρίως τη θερμότητα από το έδαφος. Το έδαφος θερμαίνεται και θερμαίνει τον αέρα που το δεσπόζει, άρα, στοχεύει να ανεβαίνει προς τα υψηλά. Αυτό επιτρέπει μια πτώση της πίεση στο επίπεδο της θάλασσα, ο αέρας που βρίσκεται επάνω την επιφάνεια της, πιο δροσερή και σε μια περιοχή με πιο ψηλή πίεση, μετακινείται προς τη στερεά δημιουργώντας ένα ελαφρός άνεμος. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, η κατάσταση είναι αντίθετη: ο έδαφος δροσίζει πιο γρήγορα από τη θάλασσα, άρα, η χαμηλή πίεση μετακινείται επάνω στο νερό. Αυτό δημιουργεί ένας άνεμος από τη στερεά προς τη θάλασσα αποκαλούμενο Στεριανή Αύρα.

Αύρα του βουνού και της κοιλάδας: Στις ορεινές περιοχές, η αύρα παρουσιάζεται με τρόπους που είναι ίσιους αλλά από τις αιτίες που είναι διαφορετικές. Σε αυτή την περίπτωση, πράγματι, πέρα από τη θερμοκρασία, και η μορφολογία του εδάφους συμμετέχει στο σχηματισμός του φαινομένου. Στη γέννηση του ήλιου, μόνο οι κορυφές των βουνών λαμβάνουν το φως, και με το πέρασμα του πρωί, οι κορυφές δηλωμένες στο ήλιο, απορροφούν περισσότερη θερμότητα από την κοιλάδα. Άρα, το ζεστό αέρα ανεβαίνει από τα πλάι των βουνών ενώ ο δροσερός αέρας από τη βαθιά κοιλάδα ανεβαίνει για να τον εγκαταστίζει. Άρα, δημιουργείται ένα κίνημα αέρος από χαμηλά προς τα ψηλά. Το απόγευμα, η κατάσταση αντιστρέφεται και οι περιοχές που πρώτα ήταν ζεστές τώρα παραδίδουν θερμότητα και ο δροσερός αέρας, αφ’ ενός για αιτίες μετάδοσης θερμότητας με μεταγωγή, αφ’ ετέρου βαρυτικές, κατεβαίνει προς τα χαμηλά. Άρα, η βουνίσια αύρα είναι ένας καταβατικός άνεμος (που κατεβαίνει προς τα κάτω), ενώ η αύρα της κοιλάδας είναι ένας αναβατικός άνεμος (που ανεβαίνει προς τα πάνω).