BACK   ...the right site for fishing lovers
 
ΛΟΦΟΣ ΚΑΙ ΒΟΥΝΟ
 
 

 

 

Πέρα από ποτάμια και χείμαρρους, τυπικούς habitat των πεστρόφων, το είδος ζει και ευημερεί και στις λίμνες. Όμως, αντίθετα στα ταχύτερα και οξυγονωμένα νερά των χείμαρρων, η λίμνη έχει χαρακτηριστικές που απαιτούν διαφορετικές τεχνικές ψαρέματος για το ίδιο ψάρι. Αρχίσουμε με την με την λίμνη του λόφου, στα 200 – 500 μέτρα ύψος, όπου μπορούμε να βρούμε αμμώδεις ή βραχώδεις βυθούς και παρουσία περισσότερο ή λιγότερο έντονη από χόρτα. Δυο οι τεχνικές, πατωτό ή σύρσιμο. Η έκφραση “πατωτό”, όμως, καθορίζει μόνο την θέση στον οποίο βρίσκεται η πετονιά, για να προκαλέσουμε τις πέστροφες, εναλλάσσομαι μαζέματα με στάσεις περισσότερο ή λιγότερο καθυστερημένα.

Τεμολίνοι
Για το πατωτό ψάρεμα χρειάζεται μια “Bolognese” έξι – επτά (6 – 7) μέτρων που να έχει την μύτη πολύ αισθητή και αρκετά γερή ώστε να μπορεί να αντέξει πετάγματα και με μολύβια μέχρι δέκα (10) γραμμαρίων. Αν ο βυθός είναι “καθαρός”, καλή είναι η κλασσική ελιά μολυβιού, όταν υπάρχουν εκτάσεις από βυθισμένα χόρτα ή βυθούς γεμάτους χαλίκια και βότσαλα, καλύτερα να χρησιμοποιούμε το τεμολίνο που, χάρη στον πλαστικό σωληνάκι του στον οποίο είναι τοποθετημένο το μολύβι, κρατάει το παράμαλλο μακριά από τα πιασίματα. Τοποθετήσουμε το τεμολίνο στην άκρη της πετονιάς, με ένα στριφτάρι με παραμάνα αν αποφασίσουμε να ψαρέψουμε με ένα ή δυο ελατήρια των τριανταπέντε (35) εκατοστών ή συρόμενο, αν το παράμαλλο είναι στην γραμμή. Στην περίπτωση η λίμνη έχει ένα ή διαφορετικούς ποταμούς που χύνονται μέσα της, οι σημαντικότερες ζώνες είναι εκείνες που βρίσκονται στις άκρες των εκβολών σε απόσταση είκοσι – τριάντα (20 – 30) μέτρων από τις πλευρές. Το νερό που μπαίνει φέρνει στην λίμνη το “φαγητό” που τοποθετείται αυτόματα στις πλευρές της και όταν χαμηλώνει η ένταση του ρεύματος, σε αυτές περιοχές, σταθμεύουν οι πέστροφες. Ακριβώς μετά το πέταγμα, κρατάμε στα χέρια την πετονιά, για να αισθανθούμε το μολύβι όταν ακουμπάει στο βυθό και να ξεκινήσουμε το ψάρεμα και για να καταλαβαίνουμε πιθανές τσιμπιές των ψαριών που αρπάζουν το δόλωμα ενώ “καταβαίνει”. Σε αυτή την περίπτωση, θα καρφώσουμε μετά λίγα δευτερόλεπτα, πριν το ψάρι παρατηρεί το βάρος του μολυβιού και φεύγει. Το ψάρεμα με το μολύβι βασίζεται συχνά σε μια καλή γνώση του ψαρότοπου, αν η ζώνη είναι καινούρια, καλύτερα μια τεχνική αναζήτηση όπως το σύρσιμο με τα κλασσικά καλάμια για ποταμό.

Μέτρηση
Στους ζεστούς περιόδους, η πέστροφα προτιμάει να κατεβαίνει στο βυθό για να βρει νερά πολύ ποιο δροσερά: είναι υποχρεωτική η βυθιζόμενη μπομπάρδα. Είναι πολύ δύσκολο να μπορούμε να υπολογίζουμε σε ποιο ύψος βρίσκονται τα ψάρια, για αυτό το λόγο είναι απαραίτητες η μπομπάρδες που έχουν κάποιο βάρος και ένα διαφορετικό βαθμός βυθίσματος: πχ., ζυγίζουν εικοσιπέντε (25) γραμμάρια αλλά βυθίζουν σαν μια σαβούρα των πέντε (5). Μετά το πέταγμα, μετράμε τα δευτερόλεπτα που περνάνε από την στιγμή που η μπομπάρδα αγγίζει το νερό μέχρι την πρώτη τσιμπιά. Από το επόμενο πέταγμα, αρχίζουμε το μάζεμα από εκεί που είχαμε την τσιμπιά. Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί οι πέστροφες συγκεντρώνονται συχνά σε κοπάδια περισσότερο ή λιγότερο μεγάλα και στην πρώτη τσιμπιά ακολουθούν πάντα άλλες. Αλλά μην νομίζετε ότι η βυθιζόμενη μπομπάρδα είναι χρήσιμη μόνο με την ζέστη.

Ψάχνοντας την ζέστη
Όταν η εξωτερική θερμοκρασία είναι πολύ ψυχρή, χάρη στις δικές της φυσικές χαρακτηριστικές το νερό δημιουργεί ένα είδος φραγμός σε κάποιο βάθος όπου η θερμοκρασία παραμένει σταθερή: η θερμοκληνός. Στο νερό υπάρχει μια αλλαγή της θερμοκρασίας στο κάθετο που δημιουργεί μια διαστρωμάτωση : τα βαθύτερα επίπεδα είναι πολύ κρύα και πηχτά, και είναι κάτω από επιστρώματα ποιο ελαφριά, ζεστά και λιγότερο πηχτοί. Αυτό το φαινόμενο σημειώνεται κατά την διάρκεια των κρύων σεζόν και η πέστροφα επιθυμεί να συχνάζει την ενδιάμεση ζώνη. Στην Άνοιξη και στο Φθινόπωρο, όταν οι θερμοκρασίες είναι ποιο ήπιες αλλά ακόμα δροσερές, είναι εύκολο να παρατηρούμε κάποια δραστηριότητα στην επιφάνεια του νερού, ειδικά σε περιοχές που βρίσκονται κοντά σε ανοίγματα. Με μια μπομπάρδα πλωτή ή ημιβυθιζόμενη φτάνουμε επίσης πολύ μακριά, κρατώντας το δόλωμα ούτως ή άλλος πολύ κοντά στην επιφάνεια. Καλύτερα να ρίξουμε κάποια μέτρα ποιο μακριά από τις φουσκάλες για να μην τρομάζουμε το ψάρι με πλατάγισμα της μπομπάρδας με το πέσιμο της στο νερό. Τα παράμαλλα είναι ακριβώς ίδιες με εκείνα της λίμνης, με μήκος των 100 και 150 εκατοστών του 0,14 – 0,16. Τυλιγμένη στην μπομπίνα (καλύτερα αν είναι κωνική) , πετονιά του 0,18 – 0,20, stopper καουτσούκ για να προστατέψουμε το χτύπημα της μπομπάρδας πάνω στο κόμπο του στριφταριού (τριπλού) και, αν το μολύβι ξεπερνά τα 25 – 30 γραμμάρια, Shock Leader μακρύς το διπλάσιο του μήκος του καλαμιού, για να περιορίσουμε η πιθανή θραύση στα πετάγματα.

Η τρεμούλα
Οι στρατηγικές αλλάζουν στις λίμνες των βουνών στα χίλια μέτρα και πάνω, συχνά όχι πολύ εκτεταμένες, λίγο βαθιές και τροφοδοτούμενες από ρυάκια με καθαρό και κρύο νερό: εδώ ψαρεύουμε με σύρσιμο και “τρεμούλα”. Για αυτή την τελευταία τεχνική το καλάμι είναι ελαφρό και μαλακό, με δύναμη 1-5 γραμμάρια. Τα μολύβια είναι τα κλασικά κυλινδράκια αλλά και η τορπίλη και τα μολύβια πιεσμένα: με το ίδιο βάρος, όλα τα μολύβια αυτά έχουν διαφορετικές ταχύτητες βύθισης και διαφορετική συμπεριφορά στο κούνημα της κορυφής που, πρέπει α τα τινάζουμε κατά τη διάρκεια του μαζέματος ώστε να δίνουμε στο δόλωμα η “τρεμούλα” τον οποίο δίνει και το όνομα στην τεχνική. Τα πετάγματα θα είναι κοντά (λόγω και την μικρότητα των μολυβιών), και το ψάρεμα είναι αναζήτησης για να μπορούμε να ανιχνεύσουμε όλη η περίμετρος της λίμνης, με παράμαλλα των 30-50 εκατοστών δολωμένα με μπιγατίνοι ή σκώληκας. Εάν θέλουμε να ψαρέψομε με τρεμούλα, αφήνουμε το μολύβι να φτάνει στο βυθό, έπειτα ξεκινάμε ένα πολύ αργό και τρέμουλο μάζεμα του δόλωμα: στην επίθεση του σαλβελίνος ακολουθεί μια βίαιη άμυνα.