BACK   ...the right site for fishing lovers
 
MULTIPLIER ή FIXED SPOOL
 
 

 

 

Από την στιγμή που έκανε την πρώτη εμφάνισή του, το ροτάντε ξεχωρίζεται και ταυτίζεται με το Surfcasting σε πραγματικά υψηλά επίπεδα. Στα μέρη μας, οι πρώτοι που το είδαν στην αγορά, πίστεψαν πως θα ήταν εύκολο να χρησιμοποιηθεί όπως και το μηχανισμό με την σταθερή μπομπίνα (μουλινέ), αλλά αμέσως μετά τις πρώτες προσεγγίσεις και τις πρώτες δυσκολίες, κατάλαβαν ότι αυτό το εργαλείο δεν θα ήταν κατάλληλος για όλους, με αποτέλεσμα να δούμε σε πολύ μικρό διάστημα οι δικοί του υποστηρικτές μειωμένοι. Μόνο οι ποιο μανιώδεις Surfcasters (που δεν ήταν πολλοί), έστω που κατάλαβαν τις δυσκολίες το οποίο θα έβρισκαν μπροστά τους με την χρίση ενός δύσκολος μηχανισμός όπως αυτό, συνέχισαν να το χρησιμοποιήσουν προβλέποντας ένα μέλλον γεμάτο επιτυχίες και “καινούριους ανοικτούς δρόμους” να ερευνήσουμε, τοποθετώντας το μουλινέ σε μία άκρη, ακόμα που ξέραμε ότι αυτό δεν είχε τις ίδιες απαιτήσεις της “new entry”.

Oι αιτίες που περισσότερο επηρέαζαν την απόφαση να χρησιμοποιήσουμε το ροτάντε στα ψαρέματα μας ήταν ειδικά η ελαφρότητα, οι μεγάλες αποστάσεις που θα μπορούσαμε να φτάσουμε, και η λιγότερη κούραση που χρειαζόταν είτε στο πέταγμα είτε στο μάζεμα, χωρίς όμως να ξεχάσουμε ότι το “κερασάκι επάνω στην τούρτα” ήταν η πολύ βολική και πολύ εύκολη στην πρόσβαση ρέγουλα. Ένα ροτάντε της τάξη των 12-15 λιμπρών όπως ένα Abu 6500, ένα Penn Levelmatic 940 ή ένα Daiwa 7 HT, εκτός από το να έχουν ένα βάρος που είναι σχεδόν το μισό ενός κανονικού μηχανισμού με σταθερή μπομπίνα, οι αποδόσεις και ο κόστος τους, σε σχέση με την ποιότητα, είναι πολύ καλές, πέρα από το να έχουν και μία πολύ μεγάλη εργατική ζωή. Η τοποθέτηση του ροτάντε επάνω το κορμί του καλαμιού, αντίθετα από το άλλο μηχανισμό, βρίσκεται πάντα από την πάνω πλευρά, και η πρεφόρτωση του καλαμιού, κατά την διάρκεια του πετάγματος, χρειάζεται υποχρεωτικά μία ποιο έντονη γωνία ώστε να έχουμε περισσότερη τροχιά, που σημαίνει (στα πετάγματα), περισσότερη απόσταση. Είναι λογικό ότι, όλο αυτό χρειάζεται τεχνική, και το ροτάντε θεωρείται χωρίς αμφιβολίες το καλύτερο μέσω στην διάθεσή μας για να τελειοποιούμε αυτή την τεχνική, θεωρώντας επίσης ότι ο συνδυασμός του με ένα καλάμι RIP (κατανεμώμενο), μας επιτρέπει να ψαρέψουμε με κάθε είδος καιρικών συνθηκών, με βαριά μολύβια και με κάθε είδος δολωμάτων, είτε είναι χοντρό (ογκώδης) είτε όχι: όλο αυτό στηριζόμενο από τρόπους πετάγματος που σε σχέση με την τεχνική (Ground Cast, Side Cast και Pendulum), δεν έχουν κανένα ελάττωμα σχετικά με τους κανονικούς μηχανισμούς και επεκτείνεται ακόμα περισσότερα και τη δική μας ακτίνα δράσης φτάνοντας να κυνηγήσουμε την λεία μας σε αποστάσεις που, μόνο πριν λίγο καιρό, ήταν απίστευτο να μπορούσαμε να φτάσουμε. Στη φάση του πετάγματος, η απαλή και ομοιόμορφη αποχώρηση της πετονιάς, θεωρώντας ότι αυτό είναι χρήσιμο επίσης και για την “υγεία” των οδηγών των καλαμιών, των ίδιων των καλαμιών, και ειδικά της πετονιάς τυλιγμένη στην μπομπίνα, μακραίνοντας πολύ την ζωή της.

Εξάλλου, όλο αυτό, είναι συνώνυμος απόλυτη σιγουριά για να δούμε τα δολώματα μας να φτάσουν στα προκαθορισμένα σημεία εντελώς σε πολύ καλή κατάσταση. Φανταστείτε τώρα τι, δυστυχώς πολύ συχνά, συμβαίνει με ένα κανονικό μουλινέ, ειδικά στην περίπτωση αντίθετος άνεμος και με ένα χοντρό δόλωμα. Αρχικά πρέπει να προσέξουμε πολύ στο “ξερίζωμα” που πρέπει να δεχτεί ο δείκτης μας την στιγμή της ελευθέρωσης της πετονιάς (σας πληροφορώ ότι είναι κάτι που δεν πρέπει να υποτιμήσουμε σε καμία περίπτωση), έπειτα θα δείτε ότι, εκτός το “ξερίζωμα” που εδώ είναι πολύ απότομο, η πετονιά βγαίνει από την μπομπίνα με πολύ μεγάλες σπείρες που, στις περισσότερες φορές την κάνουν να περιτυλίγεται ή να την κομποδένονται στο πιο κοντινό, που είναι επίσης το πρώτο και πιο χοντρό οδηγό, ή στους δύο τελευταίους επάνω στην κορυφή (η μύτη). Αυτό σημαίνει ότι, εάν είμαστε τυχεροί, θα έχουμε μόνο την θραύση της πετονιάς με τη φυσιολογική απώλεια του μολυβιού και του δολώματος: στην χειρότερη περίπτωση, εκτός από αυτά, θα έχουμε επίσης την θραύση του οδηγού ή των οδηγών. Η τριβή της πετονιάς ανάμεσα, και σε όλους τους οδηγούς, εδώ είναι τεράστια: εδώ και πολλά χρόνια οι μεγαλύτερες εταιρίες ψάχνουν να αποφεύγουν αυτό το πολύ μεγάλο πρόβλημα της τριβής δίνοντας στο εμπόριο μηχανισμούς με μπομπίνες Long Cast, πιο μεγάλες και λιγότερο βαθιές, μα το μόνο που κατάφεραν έως τώρα, είναι (και δεν είναι λίγο) μόνο μία καλύτερη εκτόξευση της πετονιάς, χωρίς όμως να λυθεί το πρόβλημα. Εξάλλου, είναι το υπάρχοντος πρόβλημα με τις σπείρες και το ανέμισμα τους, ο λόγος που όλους τους μηχανισμούς με σταθερή μπομπίνα, έχουν το “πόδι” τους πολύ ψηλό: είναι για να απομακρύνεται το πιθανό ακούμπημα αυτών των σπειρών (κατά τη διάρκεια της απελευθέρωσης) επάνω στο κορμί του καλαμιού. Ένα άλλο θέμα που πέφτει εναντίον το μουλινέ, είναι ότι, τόσο περισσότερα πετάγματα και μαζέματα κάνουμε, τόσο περισσότερα στριψίματα θα έχει η πετονιά, αντίθετα από το ροτάντε που μαζεύει με ίσια γραμμή, άρα δεν παρουσιάζει αυτό το πρόβλημα, γιατί, για αυτό πρόκειται.

Ενώ στην περίπτωση του μουλινέ, η πετονιά μαζεύεται κάθετα από την ευθεία του πετάγματος και στριφογυρίζει περνώντας από το ρουλεμάν του στεφανιού. Υπάρχει επίσης άλλο θέμα: στην αυτόματη τοποθέτησή της επάνω στην μπομπίνα, η πετονιά δέχεται πολύ πίεση μεταφερόμενη από το δεσμευτικός σύρσιμο του μολυβιού επάνω στο πάτο, ειδικά εάν αυτό είναι αμμώδης ή εν πάσει περιπτώσει μαλακό. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι σπείρες τοποθετούνται ανομοιόμορφες και σφηνωμένες πολύ σφιχτά τη μια μέσα στην άλλη, δημιουργώντας στο πέταγμα, προβλήματα στην απελευθέρωση, ουσιαστικά, αυτό σημαίνει περισσότερη φυσική κούραση και απώλεια πολλών μέτρων απόστασης που, σε πολλές περιπτώσεις μπορούν να είναι πολύ αποτελεσματικά για την επιτυχία του ψάρεμα μας. Άλλη μια διαφορά που θέλει δυο λόγια εξήγησης για των δυο μηχανισμών, είναι ότι, ενώ στο ρίξιμο και οι δύο μηχανισμοί πρέπει οπωσδήποτε να έχουν τη ρέγουλα καλά σφιχτή και το μουλινέ μπορεί να χρησιμοποιηθεί αμέσως γιατί και η μπομπίνα του σφίγγει αυτόματα, στο ροτάντε, αυτό δεν ισχύει. Αυτός ο μηχανισμός για να χρησιμοποιηθεί, πρέπει να πατήσουμε με λίγη πίεση, ή να κινούμε, το μικρό μοχλό που βρίσκεται πάντα επάνω στο δεξή μάγουλο του σασί (όπως στην περίπτωση των Daiwa 7 HT, Penn Levelmatic, και Abu της σειράς CT). Λίγες λεπτομέρειες ακόμα: ενώ στο τέλος μίας βολής, όταν γίνεται το “splash” του μολυβιού, φτάνει απλά να γυρίζουμε λίγο την μανιβέλα για να κλείσουμε το στεφάνι του μουλινέ, στο ροτάντε, πριν γυρίσουμε την μανιβέλα για να “κλειστεί” την μπομπίνα, υπάρχει την ανάγκη να σταματήσουμε το “τρέξιμο” της ίδιας μπομπίνας, πατώντας την με τον αντίχειρά μας έχοντας όμως την προσοχή να φορέσουμε, για την προστασία του δάχτυλου μας, το “Finger Safe”, ένα κομμάτι αεροθάλαμο ποδηλάτου μήκος 2½-3 εκ. Τέλος, το πιο σημαντικό πλεονέκτημα που έχει το ροτάντε, είναι ότι η απελευθέρωση και τα μάζεμα της πετονιάς, γίνεται ευθυγραμμισμένο.