BACK   ...the right site for fishing lovers
 
ΠΑΛΙΡΡΟΙΕΣ ΚΑΙ ΚΥΜΑΤΑ
 
 

 

Το γνήσιο άρθρο του Tony που δημοσιεύτηκε σε Ελληνικό περιοδικό ψαρέματος

 

 

 

ΤΡΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΥΝ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟ ΡΟΛΟ ΣΤΟ SURFCASTING:

ΠΑΡΑΛΙΑ, ΤΟ ΚΥΜΑ, ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ

Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις όσον αφορά την πρακτική. Η εξυπνάδα και η τεχνική του ψαρά είναι τα δυο εφόδια για ένα επιτυχημένο ψάρεμα surfcasting από την παραλία, για να μπορεί να πετυχαίνει ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα, εφόσον είναι ο ίδιος που θα επιλέξει τις τεχνικές αλλαγές, αναλόγως τη στιγμή, καθώς και τα πιο αποδοτικά σημεία στην παραλία, τα κατάλληλα spots. Επάνω στην παραλία, μπορούμε να περάσουμε αξέχαστες στιγμές σε επαφή με τη φύση, έστω κι αν η θάλασσα είναι αγριεμένη, με κύματα που με τις αναταραχές τους ανακατεύουν την άμμο δημιουργώντας ένα είδος τροφικής αλυσίδας για όλους τους “κατοίκους” της.  Κοιτάζοντας το βυθό, ακόμα και το καλοκαίρι, μπορούμε να βρούμε διαφορετικές μορφές ζωής, κοχύλια, μύδια, μαλάκια, σκουλήκια, σωλήνες, καβουράκια. Μάλιστα εάν βάλουμε το χέρι μας πολύ βαθιά κάτω από την επιφάνεια του αμμώδη βυθού, όπως μια τσουγκράνα, σηκώνοντας λίγο από εκείνη την άμμο που πριν μας φαινότανε έρημη, αμέσως θα μας πλησιάζουν περίεργα κάποια μικρά ψάρια (κεφαλόπουλα, μουρμούρες, σαργουδάκια), μετατρέποντας το τοπίο από άγονο που μας φαινότανε με την πρώτη ματιά σε ένα μεγάλο “εστιατόριο” ανοικτό για αυτά τα περίεργα ζωάκια.

Τώρα, εάν το ίδιο σημείο που το βλέπουμε με ήρεμες συνθήκες, το συγκρίνουμε με μια σφοδρή θαλασσοταραχή, τι θα συμβεί?

ΤΟ ΚΥΜΑ

Το κύμα, το δεύτερο στοιχείο του surfcasting, αποτελεί για τους κατοίκους της θάλασσας ζωή και γονιμότητα. Κάτω από τον αφρό δημιουργείται τροφή από τους μικροοργανισμούς για ένα ψάρι 500 γρ. και εφόσον  “το μεγάλο ψάρι τρώει μικρό ψάρι”. Βρίσκουμε τη σωστή σύγκριση με την πρακτική του surfcasting, αν υποθέσουμε ότι εμείς είμαστε το “μεγάλο ψάρι”… Εμείς οι ψαράδες μπαίνουμε στο “παιχνίδι” βάζοντας από την πλευρά μας τροφή για τους “φτερωτούς”, όχι για να τους ταΐσουμε αλλά για να τους συλλάβουμε, και το κάνουμε στην απόσταση που τα ψάρια πηγαίνουν για να φάνε, με το πέταγμα μας και με την τοποθέτηση του δολώματος μέσω του καλαμιού, με τις κατάλληλες κινήσεις για το σκοπό μας. Αυτό όμως δεν είναι τόσο εύκολο, αφού κάποιες φορές, για να φτάσουμε στην περιοχή που τρώνε τα ψάρια, πρέπει να πετάξουμε 100/150 μέτρα, εκτός από το γεγονός ότι πολλές φορές απαιτούνται πολλές ώρες για να τη διερευνήσουμε, μέσω τεχνικών, προκλήσεων και πεταγμάτων: Στο σωστό σημείο που επιλέξαμε θα νιώσουμε μεγάλες και μικρές χαρές αλλά και απογοητεύσεις μαζί. Δυο λόγια για τη σεληνιακή παλίρροια, όμως, πρέπει να πούμε, ώστε να καταλάβουμε καλά τι είναι και γιατί είναι τόσο σημαντική για την πρακτική του surfcasting. Η σεληνιακή παλίρροια προχωράει με δυο φάσεις κάθε δώδεκα ώρες, πηγαίνοντας από το μηδέν στο μέγιστο επίπεδο στις πρώτες έξι ώρες και επιστρέφοντας στο ελάχιστο επίπεδο στις ακόλουθες έξι ώρες. Η διαφορά ύψους που δημιουργείται στη θάλασσα  είναι περίπου 60 εκατοστά. Το φαινόμενο αρχίζει να γίνεται ενδιαφέρον όταν αυτή η διαφορά φτάνει τα 150/160 εκ, πράγμα που σημαίνει πως χαρακτηρίζεται από ανεμομετρικά φαινόμενα, δηλαδή από άνεμο που ευνοεί το σήκωμα των κυμάτων, δημιουργώντας την ιδανική διαφορά ύψους, απαραίτητη για το ανακάτεμα του βυθού. Το πέταγμα, η επαφή με τη θάλασσα, τα κύματα και η περιπέτεια κάνουν  τον surfcaster έναν αθλητή που βάζει στόχους, δεν τον ενδιαφέρει μόνο η λεία αλλά και οι τεχνικές που θα εφαρμόσει για ένα αποτέλεσμα αποδοτικό ακόμη και συναισθηματικά. Είδαμε λοιπόν πώς ο άνεμος είναι που προκαλεί το “κατσάρωμα” της επιφάνειας του νερού, δημιουργώντας κοιλότητες με αιχμηρή κορυφή, που είναι ήδη μια πρώτη μορφή ενέργειας, η οποία όμως, παραμένει επιφανειακή και στατική. Με την αύξηση της έντασης του ανέμου, τα κύματα αυξάνονται και οι κοιλότητες γίνονται πιο πλατιές. Τα κύματα αρχίζουν να κινούνται προς την ακτή δημιουργώντας ενέργεια, οι κορυφές γίνονται στρογγυλές, αυξάνοντας τις κοιλότητες ανάμεσα στα κύματα. Η κορυφή του κύματος λέγεται “ράχη”, ενώ το μεθόριο λέγεται “ κοιλότητα ”. Το μήκος του κύματος είναι η απόσταση μιας κοιλότητας από την άλλη, ενώ το ύψος είναι η μέγιστη διαφορά ανάμεσα στην κοιλότητα και τη ράχη. Να πούμε επίσης ότι το κύμα κονταίνει και συντρίβεται όταν ο βυθός είναι ίσος με το ύψος του και εδώ είναι που οι κυκλικές καμπύλες του που κατηφορίζουν και γίνονται ελλειπτικές, σκάβουν στον αμμώδη βυθό, μέχρι που φτάνει στην ακρογιαλιά.
Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να καταλάβουμε ότι η επιλογή του τομέα ή της παραλίας εξαρτάται από τη δύναμη της θάλασσας και από το να ξέρουμε να χαρακτηρίζουμε τις παραλίες ως εξής:

  1. Με χαμηλό βάθος, 2. Με μεσαίο βάθος, 3. Με υψηλό βάθος.

Εάν παραδείγματος χάρη έχουμε μια παραλία με χαμηλό βάθος, άνεμο 3 ή 4 Μποφόρ,, ύψος κυμάτων 30 με 50 εκ, δύναμη θάλασσας 2 Μποφόρ και ένα μέτρο βάθος στα 70 μέτρα απόσταση από τη στεριά, μπορούμε άνετα να πούμε ότι αυτές οι ψαρευτικές συνθήκες είναι προσιτές από όλους, ακόμα και πάνω από τα 100 μέτρα. Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ή να βάζουμε σε δεύτερο πλάνο ένα άλλο θέμα που αφορά τα κύματα: γενικά, για να έχουμε την τέλεια κατάσταση ψαρέματος και να μπορούμε να αντιμετωπίζουμε μια θαλασσοταραχή, δεν πρέπει να υπάρχουν περισσότερα από 18 κύματα ανά λεπτό. Αυτό είναι πολύ σημαντικό ώστε να έχουμε έναν τέλειο δεσμό με τις συνθήκες ψαρέματος της στιγμής που η ίδια καταφέρνει να δημιουργεί με τα δυο ρεύματα: το “πρώτο ρεύμα” είναι αυτό που ξεκινάει από το πέλαγος, προχωράει και φτάνει στην ακτή, έχοντας την ίδια κατεύθυνση με τον άνεμο, ενώ το “δεύτερο ρεύμα” είναι το αντίθετο του πρώτου.

(Το πέταγμα, η επαφή με την θάλασσα, τα κύματα και η περιπέτεια κάνουν τον surfcaster έναν αθλητή που βάζει στόχους, δεν τον ενδιαφέρει μόνο η λεία αλλά και οι τεχνικές που θα εφαρμόσει)

ΟΙ ΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΟΤΑΡΑΧΗΣ

  1. Οι φάσεις της ταραγμένης θάλασσας ενδιαφέρουν την πρακτική του πραγματικού surfcasting εφόσον με τη φάση του ανεβάσματος της θα έχουμε κύματα χαμηλά και κοντά, οριστικό και αγριεμένο άνεμο, υπερβολή του πρώτου ρεύματος, εκείνο που έρχεται από το πέλαγος προς την ακτή. Έτσι, με λίγα λόγια, αυτή τη φάση δεν πρέπει να την υπολογίσουμε γιατί είναι αρνητική.
  2. Η σταθερή φάση είναι εκείνη με διαμορφωμένο πια κυματισμό, κύματα με το ανώτερο μέρος και άνεμο που φυσάει με αγριότητα αλλά σταθερά. Αυτή την κατάσταση μπορούμε να την “δουλέψουμε” αλλά δεν είναι ο τι καλύτερο για το surfcasting.
  3. Η τρίτη φάση είναι και η τελική φάση της θαλασσοταραχής, με τον άνεμο να σταματάει να φυσάει, άρα η δραστηριότητα του είναι πολύ μειωμένη ή ανύπαρκτη και η ενέργεια των κυμάτων συνεχίζει λόγο της αδράνειας των δυο φάσεων που προηγήθηκαν. Τώρα, βλέπουμε τα κύματα να είναι κυκλόμορφα, με μια χαλαρή άποψη και, με απόσταση που χωρίζει την κορύφωση που μεγαλώνει συνεχώς: εξάλλου, αυτά τα κύματα, είναι πιο συστηματικά και “παράγουν” για μας μια καλύτερη ανασκαφική δουλειά σε βυθούς με καθαρά αμμώδη στρώματα. Το δεύτερο ρεύμα ξεπερνά πολύ το πρώτο, χωρίς όμως να δημιουργήσει υπερβολικό στροβιλισμό: αυτή , για μας, είναι αναμφίβολα η καλύτερη στιγμή για ψάρεμα. Είναι επίσης φανερό ότι η απόσταση που χωρίζει τα κύματα από την ακτή μειώνεται από τη μια στιγμή στην άλλη, επομένως τα ψάρια φτάνουν μέχρι λίγα εκατοστά απόσταση από την ακρογιαλιά για να εκμεταλλευτούν όλο εκείνο που ήρθε στην επιφάνεια από το ανακάτωμα του βυθού και δημιουργήθηκε με τις προηγούμενες φάσεις.

ΟΙ ΑΞΙΕΣ ΤΗΣ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΗΣ ΠΙΕΣΗΣ

Μπορούμε εύκολα να πληροφορηθούμε για την ατμοσφαιρική πίεση από το διαδίκτυο, από τις μετεωρολογικές υπηρεσίες, ακόμα και από το σπιτικό βαρόμετρο, μετά την αγορά του, να το ρυθμίσουμε με τη σωστή πίεση που έχουμε εκείνη τη στιγμή. Στην πρώτη φάση, υπάρχει ένα γρήγορο χαμήλωμα της πίεσης που μας δείχνει ότι η διαταραχή είναι στο πλησίασμα. Φτάνοντας στη χαμηλότερη αξία, μπαίνουμε σε μια φάση σταθερή: η ατμοσφαιρική πίεση είναι σταθερή και παραμένει ίδια για όλη τη διάρκεια της δεύτερης φάσης. Όταν το φαινόμενο φτάνει στο τέλος του,  ο δείκτης του βαρομέτρου αρχίζει ξανά να ανεβαίνει μέχρι να σταθεροποιηθεί στην περιοχή με ένδειξη  καλού καιρού: μπαίνουμε, δηλαδή, στην τελική φάση της θαλασσοταραχής, εκείνης δηλαδή, που μας ενδιαφέρει περισσότερο. Κάτι που ακόμα πολλοί ερασιτέχνες ψαράδες δεν ξέρουν είναι ότι οι διαταραχές αυξάνονται όταν υπάρχει έλλειψη φεγγαριού και ότι χαμηλώνουν με την πανσέληνο: τα “τέλεια” κύματα, για να έχουμε τις καλύτερες ψαρεύτηκες συνθήκες για ένα αποδοτικό ψάρεμα, πρέπει να είναι 8-12 το λεπτό, με ένα όριο των 18. Το βαρόμετρο, επίσης, είναι το όργανο που προβλέπει κάποιες ώρες πριν, τις κινήσεις της θάλασσας και τις διαφορές της ατμοσφαιρικής πίεσης, που μπορεί να “κατέβει” 24 ώρες πριν το φαινόμενο παρουσιαστεί, ακόμα και σιγά σιγά.

ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΣ

Η παλίρροια είναι μια περιοδική κίνηση μεγάλων μαζών νερών (ωκεανοί, θάλασσες, και μεγάλες λίμνες) που “σηκώνονται” (πλημμυρίδα, υψηλή παλίρροια) και “κατεβαίνουν” (άμπωτη, χαμηλή παλίρροια) ακόμα και 15-20 μέτρα, σε καθημερινή συχνότητα ή μέρος της ημέρας – γενικά, περίπου ανά έξι ώρες, ένα τέταρτο της σεληνιακής μέρας. Οφείλεται σε δυο παράγοντες:

  1. Στην βαρυτική έλξη που ασκεί η σελήνη επάνω στη γη (υψηλή παλίρροια στο πέρασμα της σελήνης),
  2. Στην κεντρομόλο δύναμη που δημιουργείται από την περιστροφή του συστήματος γη-σελήνη (υψηλή παλίρροια στην πλευρά της γης που είναι αντίθετη στη σελήνη).

Η απλωσιά, που λέγεται επίσης “κύμα της παλίρροιας”, η συχνότητα και η χρονική διάρκεια των παλιρροιών, είναι συνδεδεμένα με αστρονομικά φαινόμενα (περιστροφή του ζευγαριού γη-σελήνη), γειτνίαση, απόκλιση και πέρασμα της σελήνης ειδικά και του ήλιου δευτερευόντως) και με μορφολογικούς παράγοντες (επιφάνεια της μάζας του νερού, μορφολογία της ακτής, διαφορά βάθους των βυθών). Επίσης οι παλίρροιες επηρεάζουν ακόμα και τη στάθμη των ποταμών που εκβάλλουν στη θάλασσα, ενώ οι ίδιες δυνάμεις και οι ίδιες αρχές που ελέγχουν τις παλίρροιες των υγρών όγκων, ελέγχουν και τα στερεά σώματα. Για διαφορετικές αιτίες, σε παραλίες της ίδιας θάλασσας ή ωκεανού δεν σημειώνονται σημαντικές παλίρροιες, ενώ σε άλλες παραλίες, ακόμα και κοντινές, οι παλίρροιες μπορούν να έχουν ένα πλάτος πολύ μεγαλύτερο από δέκα μέτρα. Στην Ευρώπη, οι μεγαλύτερες παλίρροιες έχουν παρατηρηθεί στη Βόρεια Αδριατική στην Ιταλία, που δεν ξεπερνά όμως το ένα μέτρο και κάτι εκατοστά, και στη Γαλλική ακτή της Μάγχη (π.χ. στη Βρετανία, κοντά στο Saint Malo, και σε κάποιες άλλες Βρετανικές ακτές, που ξεπερνά άνετα τα δέκα μέτρα). Γενικά, οι παλίρροιες συνδέονται με το πέρασμα της σελήνης. Η παλίρροια θεωρείται ως ένα εκτεταμένο κύμα, το λεγόμενο “παλιρροιακό κύμα”, με ίδιο μήκος με την επίγεια ημιπεριφέρεια και περίοδο 12 ωρών και 25 λεπτών. Ενώ, κανονικά, οι ώρες των παλιρροιών αλλάζουν μέρα παρά μέρα, υπάρχουν περιοχές (π.χ. στον Ειρηνικό Ωκεανό) όπου οι παλίρροιες πραγματοποιούνται πάντα στις ίδιες ώρες. Η αληθινή απλωσιά της στάθμης της θάλασσας εξαρτάται επίσης από μετεωρολογικά φαινόμενα που δεν έχουν καμία σχέση με τις παλίρροιες, αλλά εξάπτει τα φαινόμενα του ανέμου (όταν φυσάει προς την ακτή, αυξάνει τη στάθμη της θάλασσας στα παράλια, όταν φυσάει προς το πέλαγος, χαμηλώνει τη στάθμη αυτή στα παράλια) καθώς και τις διαφορές της ατμοσφαιρικής πίεσης ανάμεσα στην ανοικτή θάλασσα και την ακτή.

ΕΙΝΑΙ ΩΦΕΛΙΜΟ ΣΤΟ ΨΑΡΕΜΑ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΟΤΙ…

Για να αυξήσουμε τις πιθανότητες σύλληψης των ψαριών, καλό είναι να φτάσουμε στον ψαρότοπο που αποφασίσαμε να στήσουμε τα καλάμια μας περίπου στον ύψιστο βαθμό της παλίρροιας. Οι καλύτερες στιγμές είναι μιάμιση – δυο ώρες πριν και μιάμιση – δυο ώρες μετά την κορυφή της πλημμυρίδας.