BACK   ...the right site for fishing lovers
 

ΠΑΡΑΛΙΑ & Co.

 
 

 

 

 

Οι φάσεις για την πρακτική αυτού του καταπληκτικού άθλημα, συνεπάγονται στις τρεις αρχές: η παραλία, το κύμα και το πέταγμα.

Η παραλία: Δεν υπάρχον εύκολες λύσεις για την πρακτική, αλλά πολύ εξαρτάται στην εξυπνάδα και στην τεχνική του ψαράς για να μπορεί να πετυχαίνει ένα ικανοποιητικός αποτέλεσμα, εφόσον είναι ο ίδιος που ενεργεί στις τεχνικές αλλαγές που θα υιοθετεί εξαρτάται τη στιγμή, καθώς την ελευθερία της διαλογής των περισσότερων αποδοτικών “spot”. Επάνω στην παραλία, ακόμα και με πολύ μεγάλα κύματα, μπορούμε να περάσουμε αξέχαστες στιγμές σε επαφή με τη φύση, έστω αυτή είναι αγριεμένη, με αυτές μορφές υψηλής αναταραχής των κυμάτων που ανακατεύουν την άμμο δημιουργώντας ένα είδος τροφικής αλυσίδας για όλους τους “κάτοικους” της. Στο βυθό, όντως, κοιτάζοντας το ακόμα και το καλοκαίρι, μπορούμε να βρούμε διαφορετικές μορφές ζωική ζωή, ξεκινώντας από τα κοχύλια, μύδια, και πολλές φορές μαλάκια, σκουλήκια, σωλήνες, καβουράκια και, εάν βαθαίνουμε το χέρι μας κάτω από την επιφάνεια του αμμώδη βυθού όπως μια τσουγκράνα σηκώνοντας λίγο από εκείνη την άμμο που για μας φαινότανε έρημο και, θα δούμε αμέσως το περίεργο πλησίασμα κάποιου μικρού ψαριού όπως κεφαλόπουλα, μουρμούρες και σαργουδάκια και, εκείνο το τοπίο που στην πρώτη ματιά μας φαινότανε άγονος έρημος, μεταμορφώνεται σε ένα μεγάλο “εστιατόριο” ανοικτό για αυτά τα περίεργα ζωάκια.

Τώρα, εάν το απεικονισμένο φαινόμενο, το συγκρίνουμε με μια σφοδρή θαλασσοταραχή, τι θα συμβεί?

Το κύμα: Το κύμα, που είναι το δεύτερο στοιχείο του Surfcasting, γίνεται- για τους κατοίκους της θάλασσας- ζωή και γονιμότητα. Κάτω τον αφρό, όλο γίνεται τροφή, από τους μικροοργανισμούς στο ψάρι των 500 γραμμαρίων και, εφόσον “μεγάλο ψάρι τρώει μικρό ψάρι”, βρίσκουμε τη σωστή σύγκριση με την πρακτική του Surfcasting. Εμείς ψαράδες, μπαίνουμε στο “παιχνίδι” βάζοντας από την πλευρά μας τροφής για τους “φτερωτούς”, όχι για να τους ταΐσουμε, αλλά για να τους συλλαμβάνουμε και το κάνουμε στην απόσταση η οποία τα ψάρια πάνε να φάνε, με το πέταγμά μας και την τοποθέτηση του δολώματος, μέσω το καλάμι και κάποιες κινήσεις ικανά για το σκοπό. Το πράγμα, όμως, δεν είναι τόσο εύκολο, πράγματι κάποιες φορές για να φτάσουμε στην τροφική περιοχή των ψαριών, πρέπει να φτάσουμε τα 100-150 μέτρα πέρα ότι πολλές φορές χρειάζονται πολλές ώρες για να το διερευνήσουμε, μέσω τεχνικές, προκλήσεις και πετάγματα: μια που βρήκαμε πιο ήταν το σωστό σημείο, θα δείτε ότι θα έχουμε πολλές μεγάλες και μικρές χαρές, αλλά και απογοητεύσεις μαζί. Δυο λόγια για την σεληνιακή παλίρροια, όμως, πρέπει να τα λέμε για να καταλαβαίνουμε καλά τι είναι και γιατί είναι τόσο σημαντική για την πρακτική του Surfcasting. Η σεληνιακή παλίρροια προχωράει με δυο φάσεις κάθε δώδεκα ώρες, πηγαίνοντας από μηδέν στο μέγιστο επίπεδο στις πρώτες έξι ώρες και επιστρέφοντας στο ελάχιστο επίπεδο στις ακόλουθες έξι ώρες. Το πράγμα δεν είναι που μας ενδιαφέρει τόσο πολύ εφόσον η διαφορά ύψους που πραγματοποιείται στις θάλασσες μας είναι περίπου 60 εκατοστών, αλλά γίνεται ενδιαφέρον, όμως, όταν αυτή η διαφορά φτάνει τα 150-160 εκατοστά, εξάλλου, για να φτάσει σε αυτά τα επίπεδα, πρέπει να είναι χαρακτηρισμένο από ανεμομετρικά φαινόμενα, δηλαδή από τον άνεμο, που ευνοεί το σήκωμα των κυμάτων, πραγματοποιώντας ιδανικές συνθήκες διαφορά ύψους απαραίτητη για να ανακατεύεται ο βυθός της θάλασσας. Το πέταγμα, η επαφή με τη θάλασσα, τα κύματα και η περιπέτεια, κάνουν τον surfcaster ένας άνθρωπος που βάζει ζήλος, πάθος και αθλητική συμπεριφορά για να φτάνει ένα ποιοτικό επίπεδο χωρίς να στοχεύει κατευθείαν στην λεία, αλλά διαπερνώντας δια μέσου άλλες πρακτικές ευχαριστήσεις, εάν θέλουμε , ακόμα και… συναισθηματικές. Άρα, είδαμε πως είναι ο άνεμος που δημιουργεί πάνω στην επιφάνεια του νερού το κατσάρωμα της ίδιας, δημιουργώντας κοιλότητες με αιχμηρή κορυφή που είναι ήδη μια πρώτη μορφή ενέργεια που, όμως, παραμένει επιφανειακή και στατική. Με την αύξηση του ανέμου τα κύματα αυξάνονται και οι κοιλότητες γίνονται πιο φαρδιές, αυτά τα κύματα αρχίσουν να κινούνται προς την ακτή δημιουργώντας ενέργεια, οι κορυφές γίνονται κάπου στρογγυλόμορφες αυξάνοντας τις κοιλότητες μεταξύ το ένα και το άλλο. Η κορυφή του κύμα λέγεται “ράχη”, ενώ το μεθόριο λέγεται “κοιλότητα”. Το μήκος του κύμα δίνεται μεταξύ μια κοιλότητα και την άλλη, ενώ το ύψος είναι μέγιστη διαφορά μεταξύ την κοιλότητα και την ράχη. Να πούμε επίσης ότι το κύμα δεν συντρίβεται μέχρι που το βάθος παραμένει ανώτερο στο μισό περίπου του μήκους του, ενώ κονταίνει και θραύει (συντρίβει) όταν ο βυθός είναι ίσος στο ύψος του, και είναι εδώ που αρχίζει να σκάβει με τις κυκλικές καμπύλες του που, ενώ κατηφορίζουν, γίνονται ελλειπτικές και σκάβουν στον αμμώδη βυθός όταν είναι ίσος στο μήκος του κύμα και αυτός αρχίζει να αναποδογυρίζει στον ίδιο μέχρι που φτάνει επάνω στην ακρογιαλιά. Σε αυτό το σημείο, είναι απαραίτητο να καταλαβαίνουμε η σημασία της επιλογής του τομέα ή της παραλία, εξαρτάται τη δύναμη της θάλασσας και στο να ξέρουμε να χαρακτηρίζουμε τις παραλίες σε τρία θεμελιακά τμήματα:

1) με χαμηλό βάθος, 2) με μεσαίο βάθος, 3) με υψηλό βάθος.

Εάν παραδείγματος χάρη, έχουμε μια παραλία με χαμηλό βάθος, ένα άνεμος 3-4 Μποφόρ, ύψος των κυμάτων 30-50 εκ., δύναμη της θάλασσας 2 Μποφόρ και ένα μέτρο βάθος στα 70 μέτρα απόσταση από την στεριά, μπορούμε άνετα να πούμε ότι αυτές οι ψαρεύτηκες συνθήκες είναι προσιτά από όλους, ακόμα και πάνω τα 100 μέτρα. Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχάσουμε ή να βάζουμε σε δεύτερο πλάνο ένα άλλο θέμα που αφορά τα κύματα: αυτό σημαίνει ότι, γενικά, για να έχουμε την τέλεια κατάσταση ψαρέματος και να μπορούμε να αντιμετωπίζουμε μια θαλασσοταραχή, φτάνει να μην υπάρχουν περισσότερα από 18 κύματα ανά λεπτό. Αυτό είναι πολύ σημαντικό ώστε να έχουμε ένα τέλειο δεσμός με τις συνθήκες ψαρέματος της στιγμής και που η ίδια καταφέρνει να δημιουργεί με τα δυο ρεύματα: το “πρώτο ρεύμα”, που είναι αυτό που ξεκινάει από το πέλαγο, προχωράει, και φτάνει στην ακτή και που έχει την ίδια κατεύθυνση του ανέμου, και το “δεύτερο ρεύμα”, που είναι το αντίθετο του πρώτου.

Οι φάσεις της θαλασσοταραχής

Οι φάσεις της διαταραχής ενδιαφέρουν την πρακτική του πραγματικού Surfcasting εφόσον με τη φάση του ανέβασμα της, θα έχουμε κύματα χαμηλά και κοντά, οριστικός και αγριεμένος άνεμος, υπερβολή του πρώτου ρεύμα- εκείνο που έρχεται από το πέλαγος προς την ακτή-, και έτσι, με λίγα λόγια, αυτή την φάση δεν πρέπει να την έχουμε ως συλλογισμός, γιατί είναι αρνητική.

Η φάση σταθερή, είναι εκείνη δηλαδή με μορφωμένο πια κυματισμός και κύματα με το ανώτερο μέγεθος και άνεμος που φυσάει με αγριότητα αλλά σε στάνταρ αξίες. Αυτή κατάσταση, μπορούμε να την “δουλέψουμε”, αλλά δεν είναι ο τι καλύτερο για το Surfcasting.

Η τρίτη φάση, που είναι επίσης και η τελική φάση της θαλασσοταραχής, με ένα άνεμος που σταματάει να φυσάει, άρα, η δραστηριότητα του είναι πολύ μειωμένη ή ανύπαρκτη, η ενέργεια των κυμάτων συνεχίζει λόγο την αδράνεια των δυο φασών που προηγήθηκαν.

Τώρα, βλέπουμε τα κύματα που παρουσιάζονται κυκλόμορφες, με μια χαλαρή άποψη και, με την απόσταση που χωρίζει την κορύφωση που μεγαλώνει συνεχώς: εξάλλου, αυτά τα κύματα, είναι πιο συστηματικά και “παράγουν” για μας μια καλύτερη ανασκαφική δουλειά στο βυθό με καθαρά αμμώδης στρώμα. Το δεύτερο ρεύμα, ξεπερνά πολύ το πρώτο, χωρίς όμως να δημιουργήσει υπερβολικό στροβιλισμός: αυτή, για μας, είναι αναμφίβολα η καλύτερη στιγμή για να πάμε ψάρεμα. Είναι επίσης φανερό ότι η απόσταση που χωρίζει τα κύματα από την ακτή, μειώνεται από την μια στιγμή στην άλλη, επομένως, τα είδη ψαριών που φτάνουν μέχρι λίγα εκατοστά απόσταση από την ακρογιαλιά για να εκμεταλλευτούν όλο εκείνο που ήρθε στην επιφάνεια από το ανακάτωμα του βυθού, και δημιουργήθηκε με τις προηγούμενες φάσεις.

Οι αξίες της ατμοσφαιρικής πίεσης:

Αυτή, μπορούμε άνετα και εύκολα να την έχουμε μέσω τις τηλεφωνικές υπηρεσίες που προσφέρονται, από το διαδίκτυο, από τις μετεωρολογικές υπηρεσίες, ακόμα και από το σπιτικό βαρόμετρο, φτάνει, μετά την αγορά, να το ρυθμίσουμε με τη σωστή πίεση που έχουμε εκείνη τη στιγμή. Στην πρώτη φάση, υπάρχει ένα γρήγορο χαμήλωμα της πίεσης που μας δείχνει ότι η διαταραχή είναι στο πλησίασμα. Φτάνοντας στην χαμηλότερη αξία, μπαίνουμε σε μια φάση σταθερή: η ατμοσφαιρική πίεση, είναι σταθερή και παραμένει ίδια για όλη τη διάρκεια της, φάση 2.

Εξαντλημένο το φαινόμενο, ο δείκτης του βαρομέτρου, αρχίζει ξανά να ανεβαίνει για να ξανά σταθεροποιεί σε στάνταρ αξίες του καλού καιρού: μπαίνουμε, δηλαδή, στην τελική φάση της θαλασσοταραχής, που είναι επίσης εκείνη που περισσότερο μας ενδιαφέρει. Κάτι που ακόμα πολλοί ερασιτέχνες ψαράδες δεν ξέρουν, είναι ότι οι διαταραχές αυξάνονται όταν υπάρχει έλλειψη φεγγαριού, και χαμηλώνονται όταν υπάρχει πανσέληνο: τα “τέλεια” κύματα για να έχουμε τις καλύτερες συνθήκες για ένα καλό ψάρεμα, πρέπει να είναι 8-12 το λεπτό, με ένα όριο των 18. Το βαρόμετρο, επίσης, είναι το όργανο που προβλέπει κάποιες ώρες πριν, οι κινήσεις της θάλασσας, η ατμοσφαιρική πίεση μπορεί να “κατεβαίνει” 24 ώρες πριν το φαινόμενο παρουσιάζεται, ακόμα και σιγά σιγά.

Το φαινόμενο της παλίρροια: Η παλίρροια είναι ένα περιοδικό κίνημα μεγάλων μαζών νερών (ωκεανούς, θάλασσες και μεγάλες λίμνες) που “σηκώνονται” (πλημμυρίδα, υψηλή παλίρροια), και “ κατεβαίνουν” (άμπωτη, χαμηλή παλίρροια), ακόμα και 15-20 μέτρα, με καθημερινή συχνότητα ή μέρος της ημέρας- γενικά περίπου ανά έξι ώρες, ένα τέταρτο της σεληνιακής μέρας- λόγου δυο παράγοντες: 1) στην βαρυτική έλξη που ασκεί η σελήνη επάνω στην γη (υψηλή παλίρροια στο πέρασμα της σελήνης), 2) στην κεντρομόλος δύναμη που γίνεται χάρη την περιστροφή του σύστημα γη-σελήνη γύρο στο κέντρο βάρους (υψηλή παλίρροια στην πλευρά της γης που είναι αντίθετος στη σελήνη).

Η απλωσιά (που λέγεται επίσης “κύμα της παλίρροιας”, ίσος στην ανισότητα μεταξύ χαμηλή και υψηλή παλίρροια), συχνότητα και χρονική διάρκεια των παλιρροιών, είναι δεμένοι σε αστρονομικούς φαινομένους (περιστροφή του ζευγαριού γη-σελήνη, γειτνίαση, απόκλιση και πέρασμα της σελήνη ειδικά, και του ήλιου δευτερευόντως) και μορφολογικούς (επιφάνεια της μάζας του νερού, μορφολογία της ακτής, διαφορά βάθους των βυθών). Να πούμε επίσης ότι οι παλίρροιες επηρεάζουν ακόμα και τη στάθμη των ποταμών που εκβάλουν στην θάλασσα και, οι ίδιες δυνάμεις και οι ίδιες αρχές που ελέγχουν τις παλίρροιες των υγρών όγκων, λειτουργούν επίσης στους στερεούς σώματους, ειδικά, έχει γίνει ντοκουμενταρισμένη η ελαστική παραμόρφωση της κρούστας της γης. Διαφορετικές αιτίες μας δείχνουν ότι σε κάποια παράλια της ίδια θάλασσα ή ωκεανό, δεν γνωρίζουν σημαντικές παλίρροιες, ενώ σε άλλα παράλια, ακόμα και κοντινά, οι παλίρροιες μπορούν να έχουν ένα πλάτος πολύ μεγαλύτερο από δέκα μέτρα. Στην Ευρώπη, οι μεγαλύτερες παλίρροιες, τις έχουμε στην Βόρεια Αδριατικής θάλασσα στην Ιταλία, που δεν ξεπερνά όμως το ένα μέτρο και κάτι εκατοστά, και στην Γαλλική ακτή της Μάγχη (πχ. στην Βρετανία, κοντά στο Saint Malo, και σε κάποιες άλλες Βρετανικές ακτές, που ξεπερνά άνετα τα δέκα μέτρα). Γενικά, οι παλίρροιες, έχουν μια συρροή δεμένη με το πέρασμα της σελήνη, άρα, κάθε δώδεκα ώρες περίπου, μόνο σε λίγες περιοχές του κόσμου επιβάλλεται το στοιχείο “ήλιος”, έτσι η συχνότητα είναι περίπου κάθε 24 ώρες. Φαινόμενα ανάλογα με τα “στατικά κύματα” (η παλίρροια μπορεί να θεωρείται ένα εκτεταμένο κύμα, λεγόμενο παλιρροϊκός κύμα, με ίδιο μήκος με την επίγεια ημιπεριφέρεια και περίοδος 12 ωρών και 25 λεπτά) επιτρέπουν σε κάποιες ωκεάνιες ακτές να μην υπάρχει καμιά παλίρροια (πχ. σε κάποιες θάλασσες της Βόρεια Ευρώπη). Ενώ, κανονικά, τα ωράρια των παλιρροιών αλλάζουν μέρα παρά μέρα (όπως η αλλαγή του ωραρίου της σελήνης), υπάρχουν περιοχές (πχ. στον Ειρηνικό Ωκεανό) στον οποίο οι παλίρροιες πραγματοποιούνται πάντα στις ίδιες ώρες. Η αληθινή απλωσιά της στάθμη της θάλασσας εξαρτάται επίσης από μετεωρολογικά φαινόμενα που δεν έχουν καμία σχέση με τις παλίρροιες, αλλά εξάπτει τα αποτελέσματα τους. Ειδικά πρόκειται για φαινόμενα του ανέμου (όταν φυσάει προς την ακτή, αυξάνει την στάθμη της θάλασσας στα παράλια, όταν φυσάει προς το πέλαγο, χαμηλώνει την στάθμη αυτή στα παράλια) καθώς από διαφορικοί της ατμοσφαιρικής πίεσης μεταξύ την ανοικτή θάλασσα και την ακτή.

Είναι ωφέλιμο στο ψάρεμα να ξέρουμε ότι…

Θεμελιώδης σημαντικότητα έχει για μας ερασιτέχνες ψαράδες, για την ανεπαρκής παρουσία ψαριών στις θάλασσές μας, να φτάσουμε στο ψαρότοπο που αποφασίσαμε να στήνουμε τα καλάμια μας, περίπου στην ύψιστος βαθμό της παλίρροια ώστε να αυξάνουμε τις πιθανότητες σύλληψης . Οι καλύτερες στιγμές είναι μιάμιση- δυο ώρες πριν και μιάμιση- δυο ώρες μετά η κορυφή της πλημμυρίδα.