BACK   ...the right site for fishing lovers
 
ΠΕΤΟΝΙΑ Η ΝΗΜΑ ΚΑΙ...
 
 

 

Το γνήσιο άρθρο που δημοσιεύτηκε σε Ελληνικό περιοδικό ψαρέματος

 

 

Στο ψάρεμα χρειαζόμαστε τα κατάλληλα υλικά. Ένα που θεωρείται ως το πλέων βασικό είναι η πετονιά.
Πρόκειται για ένα νάιλον με πάχος ή διάμετρος που μετριέται σε χιλιοστά ανάλογα με τις χρήσεις για τις οποίες το προορίζουμε, γι’ αυτό είναι πολύ σημαντική η σωστή επιλογή του. Υπάρχουν πετονιές κατάλληλες για να γεμίζουμε τους μηχανισμούς με χαρακτηριστικό τους την ελάχιστη μνήμη. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να κρατήσουν για πολύ ένα λύγισμα, είναι μαλακές αλλά όχι πολύ ελαστικές. Σήμερα υπάρχουν δυκροϊκές πετονιές, που έχουν τέτοιο χρώμα ώστε να μην φαίνονται στο νερό. Άλλες από αυτές είναι χρωματιστές για να διακρίνονται πιο εύκολα κατά το νυχτερινό ψάρεμα. Τελευταία εμφανίστηκαν και πετονιές τύπου Fluoro Carbon, που το κύριο πλεονέκτημά τους είναι η μεγάλη αντοχή τους στην τριβή.

Επιπλέον είναι σχεδόν αόρατες και αρκετά σκληρές, στοιχείο πολύ σημαντικό για τη δημιουργία των παράμαλλων. Τα νάιλον έχουν ένα χαρακτηριστικό ου μπορεί να θεωρηθεί πλεονέκτημα αλλά και μειονέκτημα: η ελαστικότητα. Θεωρείται πλεονέκτημα στην περίπτωση που πιάνουμε ένα μεγάλο ψάρι, διότι η ελαστικότητα αυτή βοηθάει, μαζί την ελαστικότητα (ή παραβολικότητα) του καλαμιού, ώστε το ψάρι να κουραστεί. Αυτό όμως μετατρέπεται σε μειονέκτημα όταν ψαρεύουμε σε μακρινές αποστάσεις, γιατί όπως είναι φυσικό, είναι πολύ πιο δύσκολο να καταλάβουμε πότε το ψάρι επιτίθεται στα δολώματα μας, ενώ και το κάρφωμα χρειάζεται περισσότερη δύναμη, με αποτέλεσμα τη μείωση της αίσθησης της. Τα νήματα, που δεν είναι άλλο παρά διαφορές “κλωστές” τυλιγμένες μεταξύ τους, χαρακτηρίζονται από το ότι δεν έχουν καθόλου ελαστικότητα και μνήμη και, επιπλέον, παρόλο που έχουν την ίδια διάμετρο με το νάιλον, έχουν περισσότερη αντοχή στη θραύση και η επαφή τους με το ψάρι είναι πιο ευθεία.

Το μειονέκτημά τους όμως βρίσκεται στο ότι μπερδεύονται πολύ πιο εύκολα όταν υπάρχουν ρεύματα ή καθώς ψαρεύουμε μέσα στα κύματα. Στην ουσία, τα διάφορα νάιλον θεωρούνται πολύ πιο ευαίσθητα από τα νήματα, γιατί (γενικά) έχουν μεγαλύτερη αντοχή ακόμα και στους κόμπους και τη θραύση. Παρόλα αυτά δεν αλλάζει η εξαιρετική δυνατότητά τους στο καμουφλάρισμα. Όσο καλή και να είναι η πετονιά, χαλάει. Ο ήλιος, η αλμύρα και το θαλασσινό νερό παίζουν σημαντικό ρόλο στην φθορά της, ακόμα και αν την πλύνουμε με γλυκό νερό. Η μόνη λύση, για να αποφύγουμε πιθανά μελλοντικά προβλήματα στα ψαρέματα μας, είναι να την αλλάζουμε συχνά, εδικά όταν έχει πολύ λεπτή διάμετρο. Κάτι άλλο που αφορά τις πετονιές και δεν πρέπει να ξεχάσουμε είναι να “σαλιάρουμε” πάντα τους κόμπους πριν το σφίξιμο και να προσέχουμε το τύλιγμα τους να είναι τακτοποιημένο.

... και ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΟΥ SURF

Μυλοκόπι: Το μυλοκόπι, μάλλον, το πιο μυστηριώδες ψάρι που έχει ο θαλάσσιος κόσμος. Όταν είναι μικρό, προτιμάει πάντα να έχει την παρέα των συνομήλικων του και από την άνοιξη εμφανίζεται πολύ συχνά κοντά στις παραλίες και, ειδικά, κοντά στις εκβολές των ποταμών. Μόλις μεγαλώσει και φτάσει περίπου στο βάρος του κιλού, το μυλοκόπι αφήνει το κοπάδι στο οποίο ζούσε, για να απομακρυνθεί από τις παραλίες, όπου θα ξαναγυρίζει σποραδικά, για να ζει μόνο του σε πιο βαθιά νερά. Αντίθετα από το μικρό μυλοκόπι, που προτιμάει την αρενίκολα ή τριχιά, το μεγάλο είναι πιο εύκολο να το πιάσουμε με ένα καλά δολωμένο αμερικάνικο ή μονοδόλι, πολύ πιο σπάνια με ένα φιλέτο σαρδέλα ή άλλο δόλωμα.

Αφού ξέρουμε τις συνήθειες του, εμείς θα γυρεύουμε το μυλοκόπι στις εκβολές των ποταμών, στις ανοικτές παραλίες μέσα στα κύματα, όχι όμως σε πολύ ρηχά νερά και από την άνοιξη έως το φθινόπωρο. Το πιάσιμο ενός μυλοκοπιού στο καλάμι είναι διασκέδαση, ειδικά όταν φτάνει κοντά στο σκαλοπάτι της ακρογιαλιάς, όπου, με τις τελευταίες δυνάμεις του, θα το δούμε να τρέπεται σε φυγή παράλληλα προς την ακτή. Τα τσιμπήματα των μυλοκοπιών στα καλάμια δεν είναι σχεδόν ποτέ δυνατά ή φανερά, τις περισσότερες φορές ούτε που θα το καταλαβαίνουμε, όμως όταν φτάσει πολύ κοντά στην παραλία και ξεκινήσει την πλευρική φυγή του, καλό είναι να απομακρυνθούμε από την ακρογιαλιά, ώστε να έχουμε τη βοήθεια της πετονιάς και του καλαμιού, για να ελαττώσουμε το τέντωμα του τραβήγματος.

Σαλάχι: Για τα σαλάχια έχουμε ακούσει πολλά και, κατά τη γνώμη μου, θα ακούσουμε ακόμα περισσότερα, αφού δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα άλλα είδη ψαριών. Είναι εντυπωσιακό, ιδιαίτερα όταν είναι αρκετά μεγάλο. Εμφανίζεται από την άνοιξη και, παρόλο που τρώει τα πάντα, η αδυναμία του είναι το φιλέτο της σαρδέλας. Για την προστασία του, αλλά και για το στήσιμο της παγίδας πριν την επίθεση προς την τροφή του, έχει την δυνατότητα να κρύβεται κάτω την αμμουδερή επιφάνεια του βυθού. Το δάγκωμα στο δόλωμα γίνεται με πολύ απαλό τρόπο και δεν είναι ποτέ βιαστικό, γίνεται με ψυχραιμία αλλά και με αποφασιστικότητα. Σπάνιες φορές θα δούμε ένα σαλάχι πιασμένος “τυχερά”. Καταπίνει όλο το δόλωμα και μετά ή μένει ακίνητο ή (ειδικά τα μεγάλα κομμάτια) αρχίζει μια φυγή που μπορεί να μας πάρει πολλά μέτρα πετονιάς. Σε αυτή την περίπτωση, το βάρος του και η αντίσταση που δημιουργεί, λόγο του σχήματος του σώματος του, που είναι πλατύ, μας αναγκάζουν να είμαστε πολύ προσεκτικοί. Το σαλάχι δεν έχει δόντια που μπορούν να κόψουν την πετονιά, εάν εμείς όμως παίζουμε μαζί του “διελκυστίνδα”, με το βάρος του (όπως είπαμε) και την αντίσταση, σίγουρα το αποτέλεσμα θα είναι η θραύση της πετονιάς.

Το μόνο κόψιμο (εάν αυτό θεωρείται κόψιμο) από το στόμα του σαλαχιού, γίνεται γιατί, τρίβοντας την πετονιά στα χείλη του (που είναι σαν γυαλόχαρτο), την σπάει. Προσωπικά, δυστυχώς, είχα μια ανάλογη εμπειρία: Στην Τρίτη και τελευταία βραδιά του Εθνικού Πρωταθλήματος Ιταλίας του 1992, ενώ ετοιμαζόμουν για ένα Long Arm με συρματόσκοινο και αγκίστρι παπαγαλέ 3/0 (σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να πολεμήσεις με όλα τα όπλα που έχεις στην διάθεσή σου) έριξα (για να μην αφήνω ένα καλάμι έξω από το νερό) ένα Long Arm με κανονική πετονιά 0,35 δολωμένο με κεφάλι σαρδέλα … , μακάρι να μην το είχα κάνει ποτέ αυτό! Ενώ ήμουν συγκεντρωμένος να κολλήσω το συρματόσκοινο, γυρίζω το κεφάλι μου να ελέγξω τα καλάμια και βλέπω αυτό με την σαρδέλα να λυγίζει σιγά σιγά μπροστά στα μάτια μου … Έκανα τα πάντα για να το βγάλω έξω, αισθάνθηκα ήδη το πρωτάθλημα στην τσέπη μου. Κατάφερα να το τραβήξω για πολλά μέτρα και υπολόγισα το βάρος του περίπου στα 8-10 κιλά. Οι άλλοι surfcasters μαζεύτηκαν κοντά μου για να δουν το αποτέλεσμα, τελικά όμως δεν τα κατάφερα. Βγάζω έξω τα καλάμι και βλέπω ότι το παράμαλλο ήταν “τριμμένο”, αποκλείεται να μπορούσα να κάνω κάτι χωρίς παράμαλλου συρματόσκοινου. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ψάρευα σε αυτήν την παραλία. Αργότερα, όταν τελείωσε ο διαγωνισμός, έμαθα αυτό που έπρεπε να ξέρω από πριν, αλλά ποιος είναι αυτός … που θα μου το έλεγε;

Σαργός: Παρόλο που η οικογένεια του αποτελείται από διαφορετικά είδη, η συμπεριφορά τους, εκτός από κάποιες περιπτώσεις (πχ. σαργός σουβλομύτη), είναι σχεδόν η ίδια. Ο σαργός, όπως και πολλά είδη ψαριών, μπορεί να είναι πελαγίσιος ή ακόμα και “σταθερός” μιας παραλίας. Το τελευταίο όμως δεν σημαίνει ότι ζει στον αμμώδη βυθό της, αλλά είναι το “εστιατόριο” που προτιμάει περισσότερο. Ζει στα βράχια που βρίσκονται στις άκρες της παραλίας ή σε μικρές αποστάσεις από αυτήν. Δεν απομακρύνεται όμως από την φωλιά του, ούτε καν για να πάει στην κοντινή παραλία εάν οι καιρικές συνθήκες δεν είναι οι κατάλληλες. Το ίδιο συμβαίνει με τους σαργούς που ζουν στο πέλαγος, με την μόνη διαφορά ότι η απόσταση από την παραλία είναι μεγαλύτερη.

Για να “αποκτήσει το σπίτι του”, ο σαργός δεν έχει μεγάλες απαιτήσεις, αρκεί μια τρύπα ή ένα στενό μέσα σε δυο βράχους για να νιώθει σιγουριά και άμυνα. Η απόσταση της φωλιάς του (μέχρι τρία-τέσσερα μίλια) από την παραλία δεν το φοβίζει, περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να την πλησιάζει και αυτή έρχεται με την θαλασσοταραχή. Όταν η θαλασσοταραχή δυναμώνει, ο σαργός αφήνει την φωλιά του και, με τη βοήθεια των ρευμάτων, ξεκινάει το ταξίδι προς την παραλία. Ο σαργός μπορεί να λείπει από την φωλιά του τόσες μέρες όσο διαρκεί η φουρτουνιασμένη θάλασσα. Στην παραλία κάνει ασταμάτητα πήγαινε-έλα μέσα στα κύματα και αφού ξέρει ότι οι διαφορετικές μυρωδιές που αφήνουν κάποια λαδερά δολώματα απλώνονται και ταξιδεύουν με τα ρεύματα, μπαίνει μέσα σε αυτά αντίθετα, “βολιδοσκοπώντας” το βυθό χιλιοστό προς χιλιοστό. Οτιδήποτε βρίσκεται στην πορεία του και είναι καλό για τη διατροφή του το τρώει. Δεν αφήνει τίποτα πίσω, είτε είναι σκουλήκια είτε είναι φιλέτα σαρδέλας, είτε είναι φιλέτα σουπιάς ή καλαμάρι κτλ. Δεν αφήνει ούτε τα οστρακοειδή που, χάρη στα δυνατά δόντια που διαθέτει, δεν δημιουργούν κανένα πρόβλημα στη δίαιτα του.

Λαβράκι: Σχεδόν όλοι το αποκαλούν λαβράκι ή “λύκο της θάλασσας”. Προσωπικά τον θεωρώ ως τον “θαλασσινό πρίγκιπα με τα γαλανά μάτια”, που όλες “οι κοπέλες (ψαράδες) του παλατιού τον ψάχνουν και τον κυνηγούν”. Η νοστιμιά του κρέατος του τον κάνει να είναι ένα από τα πιο κυνηγημένα ψάρια, και για μας τους surfcasters, αφού μας χαρίζει ποικιλία συναισθημάτων όταν πιάνεται στο καλάμι μας! Ο “πρίγκιπας” είναι επίσης ένα “υποβρύχιο παντός καιρού”. Μπορούμε να τον κυνηγήσουμε δώδεκα μήνες το χρόνο, στα λιμάνια, τις παραλίες, τα βράχια και στις εκβολές ποταμών, στο βυθό μέσα στα δυνατά κύματα και ρεύματα, όπως επίσης στον αφρό.

Η δική του τροφική αλυσίδα δεν έχει όρια, όμως η προτίμησή του στα ζωντανά ψαράκια, αθερίνα, γόπα και ειδικά στον κέφαλο, που, για να τον κυνηγήσει, φτάνει μέχρι πολλά εκατοντάδες μέτρα μέσα στα ποτάμια ή τον περιμένει στις άκρες των εκβολών των ποταμών. Ενώ μέσα στα λιμάνια το ψάρεμά του γίνεται και με “ κολλημένη” θάλασσα, από τις παραλίες, με την τέχνη του surfcasting, γίνεται καλύτερα με “κινούμενη”, ειδικά μέσα στα κύματα και όχι πολύ μακριά από την ακρογιαλιά. Το τσίμπημά του είναι φοβερό και πολύ σπάνιες φορές πιάνεται τα χείλη. Γενικά το δόλωμα το καταπίνει όλο και ο πόλεμος που ακολουθεί διαρκεί μέχρι να βρεθεί πάνω στην ακτή.

πάτα πάνω στις φωτογραφίες για να τις δεις σε κανονικό μέγεθος