BACK   ...the right site for fishing lovers
 
ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΛΕΓΟΥΜΕ ΕΝΑ ΚΑΛΑΜΙ ΜΠΟΛΟΝΕΖ
 
 

 

πάτα για μεγέθηνση

 

 

 

Μετά την παρακολούθηση σε πολλά forum, τα πολλά ερωτήματα που τέθηκαν διαφορετικά άτομα, σε ποιο καλάμι, με ποιο action, και με ποιο μεγέθους, σκέφτηκα να βοηθήσω λίγο μιλώντας, αυτή τη φορά, των καλαμιών και πως χαρακτηρίζονται με βάση το action και τη χρίση. Δεν θέλω να είμαι εξαντλητικός στο θέμα αυτό, αλλά θα προσπαθώ να βάλω  κάποιους “πασσαλίσκους” που θα πρέπει να ακολουθούνται όταν υπάρχει η διαλογή ενός μακρύ καλαμιού με οδηγούς, η Μπολονέζ μάλιστα. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξέρουμε, είναι ότι ένα καλάμι πρέπει να γεννηθεί ακριβώς μελετημένη για να περιέχει οδηγούς. Το ψάρεμα Μπολονέζ, όντος, είτε αν γίνεται στο γλυκό νερό είτε στη θάλασσα, δεν είναι πολύ απαλό, ειδικά όταν πρέπει να ψαρεύουμε σε μακρινή απόσταση με ελαφρές πετονιές φια τον οποίο θα πιεστεί η ελαστική δυνατότητα του εργαλείου, ή με τις βαριές πετονιές προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί τη σκληρότητα. Για αυτό το λόγο, πρέπει να προσπαθήσουμε να φαντάζουμε ποια ώθηση θα πρέπει να υφίσταται το δικό μας εργαλείο. Η μοντέρνα τεχνική κατασκευής των καλαμιών έχει οπωσδήποτε αντικαταστήσει οποιονδήποτε πρόβλημα που έχει σχέση με αυτό, φτάνοντας την κατασκευή καλαμιών απολύτως αξιόπιστα, χρησιμοποιώντας πρωτοποριακά συστατικά στο τομέα.

Το Βύσμα: Είναι ο τομέας με περισσότερο πάχος, μεταξύ την εσωτερική γραμμή και την εξωτερική ενός ακατέργαστος  σε καρμπόν. Οι δυο γραμμές δεν είναι παράλληλες γιατί τα φύλλα καρμπόν δεν είναι ορθογώνια, αλλά τραπεζοειδές. Για την κατασκευή των διαφορετικών τμημάτων ενός καλαμιού, αναδιπλώνεται ένα φύλλο καρμπόν σχήμα τραπεζοειδές σε ένα άτρακτο (τόρνο). Το σημείο εκκίνησης είναι η εσωτερική γραμμή του κομματιού, το σημείο της τελικής συγκόλλησης είναι η εξωτερική γραμμή. Το βύσμα είναι το σημείο στον οποίο συγκολλείται το ύφασμα από άνθρακα από τη στιγμή που έχει τυλιχτεί επί των ατράκτων. Τυλίγεται και έπειτα, με ένα ζεστό κόλλημα, συγκολλείται. Εκτός από κάποιες ειδικές εργασίες, οι δυο άκρες δεν συμπίπτουν, άρα, το πλάτος του βύσμα αλλάζει σε σχέση με την διάμετρος του κυλινδρικού τμήματος που πρέπει να πραγματοποιηθεί. Πέρα από αυτό, υπάρχει ένα ελάχιστο της περιτύλιξη της γραβάτας, αλλιώς δεν υπάρχει βύσμα; Όμως γίνεται να κατασκευαστούν δυο τυλίγματα με αντιτιθέμενες  πάνω στη διάμετρος “γραβάτες”: σε αυτή την περίπτωση, θα έχουμε δυο αντιτιθέμενα βύσματα στα 180°. Όλο αυτό σημαίνει ότι να πιάσουμε ως αναφορά τις γραμμές, εκτός εάν συμπίπτουν, όπως σε κάποιες περιπτώσεις, δεν είναι όπως να πιάσουμε ως αναφορά το βύσμα, αλλά μόνο ένα κομμάτι από αυτή ή ωστόσο πολύ κοντά. Το βύσμα δεν βρίσκεται αποσυναρμολογώντας τα τμήματα και αφήνοντας να περιστρέφουν σε ένα επίπεδο, γιατί τα κομμάτια δεν είναι ποτέ τέλεια επίπεδα, αλλά λίγο καμπύλοι και η καμπύλα δεν  αντιστοιχεί στο βύσμα. Για να βρούμε το βύσμα, αρκεί να συμπιέσουμε ανάμεσα στα δάχτυλα, με ένα πανί, το κομμάτι που θέλουμε να ελεγχτεί και το περιστρέφουμε αργά, θα δείτε ότι θα αισθανθούμε ένα παχύτερο μέρος, αυτό είναι το βύσμα. Το καλάμι μονταρισμένο με επιδεξιότητα πρέπει να διαθέτει τους οδηγούς τοποθετημένους στην αντίθετη πλευρά από το βύσμα. Με το καλάμι σε οριζόντια θέση: βύσμα προς τον ουρανό και οδηγούς προς το έδαφος. Αυτό σημαίνει να τοποθετήσουμε ένα καλάμι σε βύσμα. Για την Roubasienne, όπως και για το σταθερό καλάμι, το βύσμα πρέπει να διατηρείται στραμμένο προς τα πάνω.

Πως Αναγνωρίζουμε το Βύσμα: Περιστρέφοντας το τμήμα αργά ανάμεσα στα δάχτυλά σας θα αισθανθεί μια καμπούρα στη στρογγυλάδα του τεμαχίου που φαίνεται, γιατί είναι μια λωρίδα πάνω στη διάμετρο του. Λυγίζοντας το κομμάτι και περιστρέφοντας το, εάν αυτό είναι περασμένο με βερνίκι, σε κάποιο σημείο φαίνεται μια ξαφνική  αύξηση της δύναμης που απαιτείται για να κάμψει τα κομμάτια, τότε θα είστε βέβαιοι ότι το βύσμα είναι προς τα επάνω επειδή με τον τρόπο αυτό οι κάμψεις προς τα κάτω έχουν περισσότερο υλικό να τεντωθεί και λιγότερο υλικό να συμπιεστεί στο κάτω μέρος: επίσης αυξάνεται το ποσοστό του φορτίου ανεκτός ίσιο με το 30%. Η τοποθέτηση των οδηγών πάνω στο καλάμι, λοιπόν προϋποθέτει κάποια γνώση των ψαρευτικών εργαλείων. Εάν τα βύσματα όλων των τμημάτων δεν είναι ευθυγραμμισμένα, πέρα από μια μικρότερη αντοχή του εργαλείου, θα έχουμε ένα καλάμι λιγότερο σταθερό και με μια ελαστική απάντηση διαφορετική για κάθε τμήμα. Άρα, θα έχουμε το πέταγμα και το κάρφωμα πολύ λιγότερο ακριβές και η καμπύλη ακατάστατη. Το μέρος του παχύτερου τμήματος που βρίσκεται πάνω από τον ουδέτερο άξονα και συμβάλλει στη μεγαλύτερη ακαμψία του καλαμιού που υποβάλλεται σε κάμψη, αντίθετα, εάν το βύσμα είναι κάτω (οι οδηγοί πάνω από την εξωτερική γραμμή), το καλάμι είναι μαλακότερο. Αυτό ισχύει για όλα τα καλάμια, εκτός από τα ακατέργαστα χωρίς βύσμα που χτίστηκαν για κάποια ledgering, match rod , και spinning. Αυτό το ειδικό ακατέργαστο, προσφέρει στον ψαρά ένα καλάμι με μια ελαστική απόκριση, ίσιαπρος όλες τις κατευθύνσεις, και το πλεονέκτημα για την τοποθέτηση των οδηγών στην μύρα, αλλά με το βύσμα ευθυγραμμισμένο, θα έχουμε ένα καλάμι εύπλαστο και ακριβές στο πέταγμα, και δυνατό στο μάζεμα, και αυτό είναι πολύ καλύτερο. Η ευθυγράμμιση του βύσμα μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί με διαφορετικά κριτήρια, δηλαδή, τοποθετώντας τον οδηγό πάνω στο ίδιο βύσμα, τότε, το καλάμι αποκτά μεγαλύτερη ικανότητα να λυγήσει, αλλά μικρότερη σκληρότητα. Αυτή η λύση καθιστά το λύγισμα πιο ομοιογενή και τείνει να εξαλειφθεί η επίδραση του βύσματος. Δεν είναι χρήσιμο μια ασύμμετρη τοποθέτηση του βύσματος (οδηγός στους 90°) διότι μια κλήση της κάμψης διαφορετική μεταξύ "δεξιά και αριστερά» του ακατέργαστου μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα εκτόξευσης όσον αφορά την ακρίβεια (το ακατέργαστο τείνει να περιστρέφεται στο ίδιο). Ένα παράδειγμα για τα καλάμια της "tremarella": αν αποτύχει η ευθυγράμμιση του βύσματος, δεν είναι δυνατό να εκτελεστεί σωστά την "ελκυστική" κίνηση γιατί οι δονήσεις που μεταδίδονται στο καλάμι που ταξιδεύουν αποδιοργανωμένες στο ακατέργαστο, το οποίο δεν έχει καμία συνέχεια της απάντησης λόγω του βύσματος που δεν είναι σωστά ευθυγραμμισμένο. Τα πλεονεκτήματα των κατασκευών με περιελίξεις εκτός φάσης, συνίστανται με τον ίδιο τρόπο για να κάμψουν σε κάθε γωνία της περιστροφής του τμήματος, και σε μικρότερο ευελιξία του τμήματος σε σταθερή τάση. Από την άλλη πλευρά έχουμε το πιο ξηρό κομμάτι στην αντίδραση στο φορτίο.

Παραβολική Δράση: Τώρα μιλάμε για τις ενέργειες με τις οποίες συνήθως έχουν κατασκευαστεί και σχεδιαστεί τα Μπολονέζ, την παραβολική και εκείνη " κορυφής " ή σκληρή. Αυτό το καλάμι έχει μια πιο πολύ ευρύτερη δράση από τον "αδελφό" του. Παρόλο που δεν έχει την παραβολική χαρακτηριστική ενός καλαμιού όπως τον αγγλικό, αυτό το είδος καλαμιού Μπολονέζ χωρίζει για μια αυξημένη ευελιξία των "δύο τρίτων", όρος που υποδηλώνει ότι το τμήμα αποτελείται από τη μύτη ή κορυφής, προ-τελευταίο κομμάτι, και το τρίτο κομμάτι. Εν όψει μιας τέτοιας δράσης, ένας υποστηρικτής των καλαμιών ή των Μπολονέζ "κορυφής", πικρόχολα θα έλεγε: "διασπείρει". Στην πραγματικότητα, αυτά τα καλάμια, πιεσμένα στην κατακόρυφη κατεύθυνση με την κίνηση του καρπού, έχουν την χαρακτηριστική κίνηση των αγγλικών καλαμιών, ακόμα και σε σχέση με αυτά η κίνηση μετατοπίζεται περισσότερο προς τη μύτη. Η δράση αυτή, όμως, υπάρχει λόγο και είναι  εξαιρετικά χρήσιμο στην οικονομία της άσκησης (εξοικονόμηση της ενέργειας του φορτίου) του καλαμιού καθώς διανέμει σε ένα μεγάλο τμήμα του καλαμιού η δύναμη του πετάγματος, με αποτέλεσμα χαμηλότερες τάσεις στο εσωτερικό του εργαλείου και, στη συνέχεια, η μεγάλη τόξο που δημιουργείται, ρίχνει την πετονιά με πολύ μεγάλη δύναμη για πετάγματα πολύ πιο μακρινά. Η δράση αυτή είναι η βέλτιστη για το πέταγμα βαρέων πετονιών που ήδη από μόνα τους πιέζουν πολύ το καλάμι. Ένα βάρος όπως μπορεί να έχει μια πετονιά από περίπου 8-10 γραμμάρια, κατά το πέταγμα, πιέζει κυρίως τη μύτη και το κομμάτι αμέσως παρακάτω. Εάν αυτά τα δύο τεμάχια δεν έχουν τη δυνατότητα να ξεφορτώνουν την ένταση τους στους χαμηλότερους με τη μέγιστη πίεση, αυτοί δεν έχουν επαρκή δύναμη, και στη συνέχεια "πεθαίνουν" υπό την πίεση του βάρους. Με άλλα λόγια, δεν επιστρέφουν στη πετονιά η δύναμη που απαιτείται στο πέταγμα υπό τη μορφή ελαστικής δύναμης, έτσι ώστε το πέταγμα θα είναι πολύ μικρότερο από το επιθυμητό. Η προοδευτική δράση του καλαμιού θα βάλει τη μύτη και το δεύτερο κομμάτι, όταν θα φτάσουν στο μέγιστο της δράσης που δόθηκε στο πέταγμα, θα την περάσουν στα επόμενα κομμάτια έως ότου όλο το καλάμι θα επιστρέψει στη πετονιά όλη την ελαστική δύναμη αναλογικά με το βάρος του. Τέλος, τα παραβολικά Μπολονέζ, ή προοδευτικά, είναι καλάμια κατευθυνόμενα στα μακρινά και ισχυρά πετάγματα.

Δράση Κορυφής:  Όντας πολύ σκληρά στη μέση, έχουν σημαντικές δυνατότητες δύναμη παγιδευμένη στην ακαμψία του υλικού, αλλά για να είναι σε θέση να χρησιμοποιηθεί, θα ήθελε ένα υπερβολικό βάρος στο πέταγμα. Το μόνο "ζωντανό κομμάτι" του καλαμιού είναι το τερματικό, δηλαδή την κορυφή και το δεύτερο κομμάτι. Το καλάμι έχει μια δράση "κορυφής" ακριβώς επειδή η ευελιξία και η δύναμη αυτών των δύο τεμαχίων είναι πολύ χαμηλότερη από ό, τι τα άλλα. Μια τέτοια δράση προωθεί την αλιεία σε κοντινή απόσταση, στη "passata" (διέλευση) κοντά στην ακτή (διέλευση), ή από τις αποβάθρες, ακόμη και με βαριές πετονιές, και επίσης επιτρέπει ξαφνικά καρφώματα και επιτρέπει την ευκαιρία να φέρει πολύ πιο γρήγορα από το άλλο τύπου Μπολονέζ ,το ψάρι στο απόχη. Άλλο πλεονέκτημα ενός καλαμιού με τέτοια δράση, είναι εκείνο που επιτρέπει πετάγματα επίσης με ελαφριές πετονιές. Η χαμηλή πίεση που οι πετονιές λίγο βαριές προκαλώ πάνω στην κορυφή της Μπολονέζ  δράση "κορυφής" βοηθούν την γρήγορη αντίδραση επιτρέποντας μεγάλα πετάγματα.

Συμπέρασμα: Πρώτα από όλα πρέπει να πούμε ότι το καλάμι είναι προσωπική διαλογή είτε είναι παραβολικό ή "κορυφής" και εκ των προτέρων πρέπει να αντιστοιχεί στα γούστα και στις συνήθειες του ψαράς. Όσων αφορά ο τύπος πετονιάς και παράμαλλα λιγότερο ή  περισσότερο δυνατές που θα θέλαμε να χρησιμοποιηθούν, δεν είναι υποχρεωτική η διαλογή του καλαμιού, αλλά το χέρι και τις συνήθειες του ψαράς. Ένα καλάμι γεννημένο για το ψάρεμα με λεπτά παράμαλλα θα έχει λιγότερες στρώσεις καρμπόν, άρα, στην ίδια στιγμή θα είναι παραβολική, ενώ ένα καλάμι ειδικό για το ψάρεμα με δυνατά παράμαλλα, έχει περισσότερες στρώσεις από καρμπόν, άρα, θα προσφέρει περισσότερη αντοχή με αποτέλεσμα να είναι "κορυφής". Υπάρχουν εργαλεία για τη χρήση δυνατών παράμαλλων που κάτω από το τράβηγμα της λείας, αναπτύσσονται στην καμπύλη πολύ πιο εύκολα από  τις άλλες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το καλάμι είναι παραβολικό, αλλά μόνο ότι το μείγμα και το ύφασμα χρησιμοποιημένο για την κατασκευή του έχει εκείνη την ειδική προίκα. Με το ίδιο τρόπο, ένα καλάμι καλό για να ψαρεύει με λεπτά παράμαλλα και δομημένος με ειδικά υφάσματα και μίγματα, μπορεί να είναι σκληρή και κορυφής, υπό την πίεση της  λείας. Κάθε καλάμι με οποιαδήποτε δράση (παραβολική ή κορυφής) είναι ικανός αδιακρίτως να αντέχει τη λεία, εάν αυτό είναι της χωρητικότητα για τον οποίο έχει σχεδιαστεί. Κάθε είδος καλαμιών μπορεί να διαχειριστή λεπτά παράμαλλα, σε σχέση με αυτό που αναφέραμε λίγο πιο πάνω όσον αφορά τη χωρητικότητα της λείας. Είναι χάρη τη χωρητικότητα που είναι εξοπλισμένο το καλάμι με μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη για την καταπολέμηση αυτών των αρπακτικών. Παράδειγμα: δεν μπορούμε να διαχειριστούμε παράμαλλα των 0,10 μμ. με ένα καλάμι που έχει ένα range πετάγματος 0,14 - 0,20 μμ. Η διαχείριση των λεπτών παράμαλλων, περιορισμένα στη δύναμη του ίδιου καλαμιού, είναι μια μεγάλη προίκα ελαστικότητα και αντίδραση που, κατά τη διάρκεια σχεδίασης δίνεται στο σύνολο: κορυφή, δεύτερο κομμάτι, και σε κάποιες περιπτώσεις τρίτο κομμάτι. Η  ελαστικότητα και αντίδραση αυτών των τελευταίων κομματιών ευνοούν την διαχείριση  των λεπτών παράμαλλων σε όλα τα καλάμια. Δεν πρέπει όμως να κάνουμε λάθη μεταξύ: σκληρότητα, δύναμη, και δράση. Δηλαδή: η δράση κορυφής επιτρέπει στο καλάμι περισσότερη σκληρότητα γιατί τα πρώτα κομμάτια, πολύ ελαστικοί, αποσβήνουν τις φυγές της λείας, άρα, μόνο με μια μεγαλύτερη δύναμη θα δούμε το λύγισμα του εργαλείου. Η δύναμη δεν είναι περιορισμένη στην δράση, ούτε στη σκληρότητα, όντως κάθε εργαλείο έχει διαφορετικές χαρακτηριστικές σε σχέση με τα υλικά κατασκευής.