BACK   ...the right site for fishing lovers
 
ΨΑΡΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΠΑΘΟΣ
 
 

 

Το γνήσιο άρθρο που δημοσιεύτηκε σε Ελληνικό περιοδικό ψαρέματος

 

 

 

Έγραφα στον υπολογιστή μου, όταν χτύπησε το τηλέφωνο το μεσημέρι εκείνης της μέρας. Στην άλλη γραμμή ήταν ο Γιώργος, ο οποίος δεν μου άφησε χρόνο να το σκεφτώ: “Tony, ετοιμάσου, αύριο στις τέσσερις το πρωί αναχωρούμε με πλοίο για την Κάρπαθο …”!

Ο Γιώργος είχε κάποιες δουλειές εκεί, που θα τελείωναν όμως γρήγορα, και έτσι θα μπορούσαμε να ψαρέψουμε σχεδόν δυο ολόκληρες μέρες, μέχρι να έρθει το πλοίο της επιστροφής. Να σας πω την αλήθεια, η ιδέα μου άρεσε πολύ, αν και τις τελευταίες τέσσερις ή πέντε εβδομάδες δεν είχαμε καλά δολώματα στη Ρόδο, εξαιτίας της κακοκαιρίας που επικράτησε σε όλη τη χώρα. Βέβαια, αυτό δεν ήταν πολύ σημαντικό πρόβλημα, αλλά εγώ όταν πηγαίνω ψάρεμα, θέλω να έχω μαζί μου όσο μεγαλύτερη ποικιλία δολωμάτων γίνεται.

Όμως, αφού δεν είχαμε άλλη επιλογή, δέχτηκα να κάνω αυτό το ταξίδι με έναν καλό φίλο, όπως είναι και ο Γιώργος, έστω και για παρέα. Έτσι κι αλλιώς θα ήταν μόνο για δύο μέρες. Ευτυχώς, όπως συνηθίζω πάντα, είχα στην κατάψυξη αρκετές σουπιές και σαρδέλες, και δυο φακελάκια πετροσωλήνες που είχα αγοράζει αρκετό καιρό πριν για να τις δοκιμάζω με την πρώτη ευκαιρία. Ο Γιώργος είχε μαζί του κάτι ωραία φιλέτα παλαμίδας που του είχε ετοιμάζει ο Γιάννης, και περίπου ένα κιλό γυαλιστερές.

Αναχωρούμε: Για πρώτη φορά στη ζωή μου θα δω την ωραία Κάρπαθο! Έχω πολλούς γνωστούς που μου έχουν μιλήσει για αυτό το ωραίο νησί και είμαι πολύ χαρούμενος που μου δίνεται η ευκαιρία να το γνωρίζω.

Στο πλοίο, αντί να πάμε να ξαπλώσουμε λίγο, κουβεντιάζαμε συνεχώς για το ψάρεμα. Αυτό που με ενοχλούσε ήταν ότι δεν μπόρεσα να πάρω μαζί μου τα δίσπαστα καλάμια μου γιατί το αυτοκίνητο που μας περίμενε στα Πηγάδια ήταν μικρό, αλλά με παρηγορούσε το γεγονός ότι τα τρίσπαστα καλάμια του Γιώργου ήταν καλής ποιότητας και μου δινόταν την η ευκαιρία να τα δοκιμάσω. Το καράβι, αφού έκανε δύο στάσεις λίγων λεπτών στη Χάλκη και το Διαφάνι, μπήκε στον κόλπο της Καρπάθου. Η θέα είναι καταπληκτική!

Αφού ο Γιώργος τελείωσε τις δουλειές του και τακτοποιήσαμε τα πράγματα στο δωμάτιο που θα μέναμε, χωρίς να χάσουμε άλλο χρόνο, πήγαμε να δοκιμάσουμε τη παραλία της Άφωτης που βρίσκεται περίπου ενάμιση χιλιόμετρο μακριά από τα Πηγάδια. Η θάλασσα είναι ήρεμη και η παραλία μας φαίνεται καλή. Ρίχνουμε ένα καλάμι για να “διαβάσουμε” το βυθό … Είναι καλός. Λοιπόν, δολώνουμε, ρίχνουμε και στήνουμε στην παραλία από τρία καλάμια ο καθένας. Τώρα το μόνο που μας μένει να κάνουμε είναι υπομονή και να περιμένουμε να εμφανιστούν τα ψάρια … της Καρπάθου! Δεν πέρασε ούτε μια ώρα από τη στιγμή που αρχίσαμε το ψάρεμα (περίπου στις επτά το βράδυ) και ξαφνικά το ένα καλάμι στο οποίο είχα δολώσει σουπιά στο Ciao Ciao (τρόπος δόλωσης), παίρνει ένα δυνατό τράβηγμα. Το αφήνω λίγο ακόμα και … να, το δεύτερο δυνατό τράβηγμα. Πιάνω το καλάμι στα χέρια μου και καρφώνω. Αισθάνομαι το βάρος και τις κεφαλιές του αντιπάλου, “η σουπιά είχε το πρώτο θύμα της”, σκέφτομαι. Η αρχή έγινε και κάθε αρχή είναι πάντα καλή αρχή. Χρειάστηκαν λίγα λεπτά για να βγάλω έξω τον αντίπαλό μου, ένα μουγγρί βάρος περίπου δύο κιλών. Μετά την συνηθισμένη φωτογραφία, δεν προλάβαμε να τελειώσουμε τον καφέ μας και στο ένα καλάμι του Γιώργου, που βρισκόταν καμιά πενηνταριά μέτρα πιο πέρα, φάνηκε ένα μικρό τσίμπημα, που είχε συνέχεια μόνο αρκετά λεπτά αργότερα.

Φτάσαμε και οι δυο κοντά στο καλάμι παρακολουθώντας τα σχεδόν ανεπαίσθητα κουνήματα της μύτης του καλαμιού. Όταν το ψάρι τράβηξε καλά το δόλωμα, ο Γιώργος κάρφωσε και άρχισε να το βγάζει, αλλά πριν ακόμα το φέρει έξω, είχαμε ένα άλλο πολύ καλό τράβηγμα στο άλλο καλάμι του, που βρισκόταν τέρμα δεξιά, δολωμένο με γυαλιστερή σε μονάγκιστρο “long arm”. Ο Γιώργος, αφού έβγαλε έξω μια σμέρνα βάρους ενός περίπου κιλού, άφησε το καλάμι στη βάση του και έτρεξε στο άλλο, στο οποίο μετά ένα ακόμα καλό τράβηγμα, είχε λασκάρει την πετονιά. Ενώ εγώ προσπαθούσα να ξαγκιστρώσω τη σμέρνα, πράγμα που όπως ξέρετε δεν είναι καθόλου εύκολο, ο Γιώργος κατάφερε να βγάλει έξω ένα σαργό που όταν το ζυγίσαμε έφανε τα 1.250 γρ.. Αφού αφήσαμε στη θάλασσα το μουγγρί και τη σμέρνα που είχαμε πιάσει, αρχίσαμε να απολαμβάνουμε τη βραδιά … Η σμέρνα, το μουγγρί και τέλος ο σαργός, μας έδειξαν ότι ο βυθός του ψαρότοπου που επιλέξαμε ήταν ο καταλληλότερος για μια καλή ψαριά. Μέσα, σε κάποια απόσταση από την ακτή, υπάρχουν βράχια, σίγουρα κάποια σημεία με ποσειδώνια, ενώ στη μέση ο βυθός είναι αμμώδης. Αφού δολώσαμε και ρίξαμε πάλι τα δυο καλάμια, χαλαρώσαμε λίγο πίνοντας τον καφέ που είχαμε αφήσει όταν τσίμπησαν τα ψάρια, χωρίς όμως να απομακρύνουμε τα μάτια μας από τα καλάμια, ώστε να πιάσουμε και το παραμικρό κούνημα.

Τα πράγματα τώρα ησύχασαν και παρατηρώ ότι τα κύματα σιγά σιγά παίρνουν μια διαφορετική μορφή, είναι λίγο πιο υψωμένα από όταν φτάσαμε στην παραλία, κι αυτό, είμαι σίγουρος, δεν οφείλεται στην παλίρροια που ανεβαίνει. Δεν θυμάμαι πόση ώρα πέρασε από το τελευταίο τσίμπημα, όταν ξαφνικά, αυτή τη φορά το καλάμι με αρματωσιά “tandem” στην οποία είχαμε δολώσει πετροσωλήνα και φιλέτο παλαμίδας, “ξύπνησε”. Μια, δυο φορές τραβήχτηκε δυνατά, τρέχω, το πιάνω στα χέρια μου και καρφώνω. Καταλαβαίνω ότι αυτό το ψάρι δεν είναι τόσο μεγάλο όπως το προηγούμενο, όμως … αξίζει. Εξάλλου δεν μπορούμε να απαιτούμε να πιάνουμε μόνο μεγάλα ψάρια. Όταν το βγάζω, διαπιστώνω ότι ήταν ένα σαργός των 500 γραμμαρίων περίπου. Το κύμα είναι βουβό και τώρα φτάνει περίπου το ένα μέτρο ύψος, όμως δεν φυσάει καθόλου, είναι άπνοια. Η κατάσταση αυτή μ’ αρέσει, αλλά κάτι δεν πάει καλά, το … αισθάνομαι. Μήπως ο καιρός αλλάζει προς την κακοκαιρία; Αυτό σκέφτομαι, αλλά δεν με πειράζει και πολύ γιατί συνήθως τα ψάρια, πριν την κακοκαιρία, και πριν την επιστροφή στις φωλιές τους, ρίχνουν ακόμα μια “ματιά” για να βρουν τροφή. Έτσι συνεχίζουμε το ψάρεμά μας, έχουμε ακόμα πολύ ζεστό καφέ, η βραδιά είναι απολαυστική, μπορούμε να λέμε ότι … κάτι πιάσαμε μέχρι τώρα, και ακόμα είναι νωρίς … Λίγο πριν τα μεσάνυχτα και περίπου στις δυο η ώρα τη νύχτα, βγάλαμε άλλους δυο καλούς σαργούς, του ενάμισι κιλού ο καθένας, και μετά τίποτα άλλο, εκτός από δυο κοψίματα, το ένα στο “tandem” δολωμένο με γυαλιστερή και φιλέτο παλαμίδας, και το άλλο στο “Ciao Ciao” δολωμένο με σουπιά. Και τα δυο παράμαλλα ήταν φτιαγμένα με πετονιά διαμέτρου 0,35. Κατά της επτά και μισή το πρωί, κουρασμένοι και νυσταγμένοι, μαζέψαμε σιγά σιγά τα εργαλεία μας, επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο και αφού βάλαμε τα ψάρια στη κατάψυξη για να τα πάρουμε στη Ρόδο, πέσαμε για ύπνο.

Την άλλη μέρα: Την επόμενη ημέρα, όταν ξυπνήσαμε και επικοινωνήσαμε με τις οικογένειες μας, μάθαμε ότι στη Ρόδο υπήρχε πολύ δυνατός νοτιάς. Η ένταση του ανέμου έφτασε στα 11 Μποφόρ (για τρίτη φορά φέτος) και έπεφτε δυνατή βροχή. Στην Κάρπαθο είχαμε μόνο σύννεφα, χωρίς αέρα, και βουβά κύματα, τα οποία εν τω μεταξύ έφτασαν σε ύψος τριών μέτρων και έσκαγαν περίπου 50-60 μέτρα πριν από την ακτή. Σήμερα όμως θα πάμε να δοκιμάσουμε κάποια παραλία στην δυτική πλευρά του νησιού. Μας είπαν ότι η παραλία στο Φοινίκι είναι κατάλληλη για μια καλή ψαριά. Αφού περάσαμε από τις Μενετές και την Αρκάσα, φτάσαμε νωρίς στην περιοχή και μας δόθηκε η ευκαιρία να δούμε από ψηλά τη μορφολογία του βυθού που θα ψαρεύαμε. Διαπιστώσαμε έτσι ότι εδώ φυσάει πολύ και ο βυθός και όλες οι παραλίες είναι γεμάτες φύκια. Οδηγούμε προς το Λευκό, αλλά και εδώ δεν αλλάζει τίποτα. Επικρατεί πολύ δυνατός ανατολικός άνεμος και οι ακτές είναι γεμάτες φύκια. Δεν μπορούμε να ψαρέψουμε με αυτές τις συνθήκες, και αποφασίσουμε να ξαναγυρίσουμε πίσω. Κόβουμε δρόμο προς τα Πηγάδια, περνώντας από τα χωριά Πύλες, Όθος, Βολάδα και Απέρι, και σταματάμε στην παραλία του Ξενώνα, λίγο πριν από τα Πηγάδια. Προς το παρόν δεν έχουμε άλλη επιλογή, θα στήσουμε τα καλάμια μας εδώ. Η θάλασσα σε όλο το μήκος της παραλίας, μέχρι τη ΔΕΗ, αν και δεν φυσάει καθόλου είναι πολύ αγριεμένη, αλλά δεν έχουμε πρόβλημα για το ψάρεμα αφού έχουμε καλά εργαλεία.

Το μόνο που με προβληματίζει είναι πόσα μολύβια (εμείς ψαρεύουμε με τα μολύβια RoccoBomb και Rocco Spike) θα χάσουμε ψαρεύοντας με αυτή την κατάσταση, μι και δεν είχαμε πολλά μαζί μας, και στα Πηγάδια δεν πρόκειται να βρούμε άλλα. Ο βυθός, από τα 100 μέτρα και πέρα, είναι μεικτός, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ίσως έχουμε πολλά μπλεξίματα. Πράγματι, στήσαμε τα καλάμια και αρχίσαμε το ψάρεμα, αλλά μέχρι της έντεκα πριν τα μεσάνυχτα δεν είχαμε ούτε ένα τσίμπημα και από τα έξι μολύβια που χρησιμοποιήσαμε, μόνο τα τρία σώθηκαν. Τα κύματα και τα ρεύματα είχαν μεταφέρει πολύ άμμο από το βυθό επάνω στην παραλία, γι’ αυτό και αποφασίσαμε να τα μαζέψουμε και να πάμε στην προβλήτα του λιμανιού, αφού δεν θέλαμε να εγκαταλείψουμε το ψάρεμα. Θα ήταν ντροπή να είμαστε σε ένα νησί σαν την Κάρπαθο και να μην ψαρέψουμε. Ανοίξαμε τα τρίποδα και στήσαμε τα καλάμια μας. Το μόνο πρόβλημα που υπήρχε ήταν το κύμα, που κάποιες φορές ανέβαινε πάνω από την μια άκρη της προβλήτας και κατέβαινε από την άλλη! Για εμάς δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος, αλλά τα εργαλεία τα προλάβαμε δυο φορές, πριν το κύμα τα παρασύρει στην θάλασσα, γεγονός που μας δημιουργούσε άγχος και φόβο μην τα χάσουμε. Τελικά εκείνη τη βραδιά ο Γιώργος έπιασε δυο μουρμούρια, δυο σαργούς πάνω από κιλό ο καθένας, μια σμέρνα, και είχε ένα κόψιμο, ενώ εγώ έπιασα ένα μουγγρί, ένα σαλάχι, ένα σαργουδάκι μικρό και είχα δυο κοψίματα. Είναι αυτονόητο, βέβαια, ότι το σαργουδάκι, οι σμέρνες και το μουγγρί ξαναπήραν το δρόμο γα το σπίτι τους που είχαν χάσει. Την επόμενη μέρα, που ήταν και η τελευταία, πήγαμε στην παραλία που ονομάζεται Βαθάς.

Σ’αυτή την παραλία ο βυθός είναι αμμώδης, με αρκετό βάθος (από ‘δω και το όνομα), με πλάκες στο σκαλοπάτι της ακρογιαλιάς και βράχια σκορπισμένα κοντά την ακτή, ενώ προς τα μέσα, σε αρκετά μεγάλη απόσταση από την ακτή, είναι όλο άμμος. Μείναμε αρκετές ώρες, περίπου οκτώ, και ψαρέψαμε σε αυτή την παραλία, χωρίς όμως να φανεί ούτε ένα ψάρι, κι έτσι ξαναγυρίσαμε πάλι στην προβλήτα του λιμανιού. Αυτό θα ήταν το τελευταίο μας ψάρεμα στο νησί, αφού την επόμενη μέρα θα ερχόταν το καράβι της επιστροφής μας προς την Ρόδο. Όλη τη νύχτα βλέπαμε συνεχώς τσιμπήματα στα καλάμια αλλά δεν πιάστηκε ούτε ένα ψάρι. Πολλές φορές βγάλαμε έξω τα δολώματα για να τα ελέγξουμε και το μόνο που βλέπαμε ήταν τα σημάδια των δοντιών που άφηναν τα μεγάλα ψάρια που τριγυρνούσαν στον κόλπο. Όλη η νύχτα πέρασε έτσι χωρίς να πιάσουμε ούτε ένα ψάρι, και αφού ξεκουραστήκαμε για λίγο, έφτασε η ώρα της αναχώρησής μας. Τώρα, νιώθαμε τη χαρά της επιστροφής μας στο σπίτι. Φεύγαμε με τις ωραιότερες εντυπώσεις από την Κάρπαθο, έχοντας γνωρίσει ανθρώπους φιλότιμους, πάντα χαμογελαστούς και ευδιάθετους, που μας φέρθηκαν άψογα. Αν και στη Ρόδο έχω γνωστούς που μου είχαν μιλήσει με τα καλύτερα λόγια για το νησί της Καρπάθου, πιστεύω πως οι λέξεις, όσο ωραίες κι αν είναι, δεν μπορούν να εκφράσουν τη φιλικότητα των ανθρώπων και τη ομορφιά αυτού του νησιού.

πάτα πάνω στις φωτογραφίες για να τις δεις σε κανονικό μέγεθος