BACK   ...the right site for fishing lovers
 
SURFCASTING: ΕΝΑ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ ΨΑΡΕΜΑ
 
 

 

Το γνήσιο άρθρο που δημοσιεύτηκε σε Ελληνικό περιοδικό ψαρέματος

 

 

 

Το surfcasting (πέταγμα, άρα ψάρεμα, μέσα στα κύματα) πραγματοποιείται από την παραλία, εκεί που η θάλασσα “επιτίθεται” στην ακτή με τα κύματά της. Στόχος είναι η “σύλληψη” θηραμάτων που βόσκουν στην άμμο και των αρπακτικών. Οι κατάλληλες κλιματικό-οικολογικές συνθήκες του surfcasting είναι ίδιες με εκείνες του πατωτού ψαρέματος.

Οι τομείς: Ο “κανόνας” των τομέων αποτελείται από μια σειρά τεχνασμάτων ικανά να μετατρέψουν θετικά (σε σχέση με το ψάρεμα) τις συνθήκες μιας παραλίας. Πράγματι, η ακτή δεν παρουσιάζεται ποτέ τελείως ευθύγραμμη, ειδικά όταν η θάλασσα είναι πολύ ταραγμένη. Όντως υπάρχουν: μύτες άμμου, κανάλια και διάδρομοι. Η “μύτη άμμου” είναι ένας τομέας με έντονη δράση των ρευμάτων και των κυμάτων. Ο βυθός αυτός είναι κατάλληλος για ψάρεμα όταν η θάλασσα είναι ήρεμη. Το κανάλι, γενικά, βρίσκεται είτε δεξιά είτε αριστερά από τη μύτη άμμου και είναι ο πιο βαθύς τομέας όλης της παραλίας, καθώς και ο πιο πολύτιμος σε ο, τι αφορά στο ψάρεμα. Ο τομέας ευθύγραμμος χαρακτηρίζεται από μια ακτή τελείως ίσια και θεωρείται ως ο κύριος τομέας του surfcasting. Ειδικοί τομείς θεωρούνται επίσης οι εκβολές γλυκών ή αλμυρών νερών, όπου όταν ο κυματισμός δεν είναι έντονος δημιουργούνται τροφικές συνθήκες ανεξάρτητες από το υπόλοιπο κοντινό περιβάλλον, εκεί τα αρπακτικά κυνηγούν πολυάριθμα κοπάδια κεφάλων.

Η τροφική πορεία των ψαριών: Όλα τα ψάρια συχνάζουν στις περιοχές του surfcasting τη στιγμή που το κύμα σκάει στην παραλία και παράγει τροφή αναταράσσοντας το βυθό. Με αυτές τις συνθήκες δημιουργείται μια τροφική αλυσίδα γεμάτη από εκσκαπτικά ψάρια που τρέφονται με τους οργανισμούς σκάβοντας το βυθό που ανακάτεψαν τα κύματα. Για τα αρπακτικά αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή για να κάνουν την εμφάνισή τους σε αυτές τις περιοχές. Όταν τα εκσκαπτικά αισθάνονται την παρουσία των οργανισμών, χάρη στο ανακάτεμα του βυθού κοντά στην ακτή και λίγο πριν το σούρουπο, αρχίσουν ένα αργό πλησίασμα προς την ακτή, ακολουθώντας το πρώτο ρεύμα που από τη θάλασσα κινείται προς την παραλία. Φτάνοντας όμως στην εξωτερική γραμμή των κυμάτων, τα ψάρια κολυμπάνε αντίθετα στο ρεύμα, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία αφού είναι στο σημείο που συναντιούνται τα δυο ρεύματα, το πρώτο που πάει προς την παραλία και το δεύτερο που πάει από την παραλία επιστρέφει προς το πέλαγος. Ο ψαράς, φυσικά, πρέπει να βρίσκεται πάντα πάνω από το ρεύμα, ώστε η μυρωδιά και το ίδιο το δόλωμα να βρεθούν “μπροστά” από τα ψάρια.

Τακτική ψαρέματος: Όταν φτάσουμε στον ψαρότοπο που επιλέξαμε γα την εξόρμησή μας, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να εξετάσουμε την ακολουθία των κυμάτων. Έπειτα πρέπει να αποφασίσουμε ποιος είναι ο τομέας για την ψαριά μας. Είναι απαραίτητο να λάβουμε υπόψη μας ότι ο σωστός τομέας δεν είναι μόνο αυτός που διαλέξαμε και μας ικανοποιεί προσωρινά (που μπορεί να άνετα αλλάξει εξαιτίας της αλλαγής των συνθηκών και των ρευμάτων), αλλά εκείνος που βελτιώνεται λίγη ώρα μετά το σούρουπο. Σε αυτήν τη φάση, πρέπει να μαντέψουμε πως είναι ο βυθός που βρίσκεται μπροστά μας, με σκοπό να εντοπίσουμε τις οργανικές συγκεντρώσεις. Αυτό θα γίνει αν αποφύγουμε τις περιοχές που χαρακτηρίζονται από βλαβερές συγκεντρώσεις. Η παρατήρηση της συμπεριφοράς των κυμάτων που τις διασχίζει θα μας βοηθήσει πολύ, τα οποία σε αυτή την περίπτωση, σηκώνονται σιγά και ξεσπούν απότομα. Επίσης θα πρέπει οπωσδήποτε να διευθύνουμε σωστά τις διαφορετικές αποστάσεις των βολών. Τα δυο ή τρία καλάμια τα στήνουμε σε απόσταση 10-15 μέτρα το ένα από το άλλο και οι βολές πραγματοποιούνται λίγο λοξά και φυσικά σε διαφορετικές αποστάσεις από την ακτή. Σε περίπτωση σύλληψης, θα φροντίσουμε άμεσα να συγκεντρώσουμε τα άλλα καλάμια στην ίδια απόσταση όπου έχει γίνει η τσιμπιά.

Ο εξοπλισμός του surfcasting: Οι απαιτήσεις της τεχνικής του surfcasting όσον αφορά τον εξοπλισμό και όλα τα αναλώσιμα είναι πολλές. Επειδή το περιβάλλον στο οποίο πραγματοποιείται αυτό το είδος ψαρέματος είναι ιδιαίτερα δύσκολο, τα καλάμια πρέπει να έχουν τα ακόλουθα προσόντα: δύναμη, ελαστικότητα, ακρίβεια στα πετάγματα, ικανότητα στις μεσαίες και μακρινές αποστάσεις, τέλεια ευαισθησία και ένα κόστος χαμηλό έως μεσαίο. Ανάμεσα σε διαφορετικά μοντέλα, διαλέγουμε τα τρία πιο τυπικά:

Το καλάμι με παραβολικό action (δράση) χαρακτηρίζεται από μέγιστη ελαστικότητα, ευκολία στην χρήση και αρκετά προσιτό κόστος. Όμως είναι αρκετά βαρύ και οι βαλλιστικές ικανότητες του είναι πολύ λίγες.

Το καλάμι με ημίσκληρο action είναι τεχνικά πιο εξελιγμένο, με την ελαφρότητά του να συνδυάσει τα πλεονεκτήματα της μακρινής απόστασης (άνω των εκατό μέτρων από την ακτή) και της πολύ μακρινής απόστασης (πέρα από τα εκατό πενήντα μέτρα από την ακτή).

Το καλάμι RIP, που χαρακτηρίζεται για τη σκληρότητά του, είναι για τους εξειδικευμένους και βρίσκεται σε συνεχή ανάπτυξη. Φυσικά είναι πολύ πιο γρήγορο και δυνατό από τα δυο προηγούμενα καλάμια. Ενώ ο κανονικό μηχανισμός (μουλινέ) ζευγαρώνεται τέλεια με τα παραβολικά και τα ημίσκληρα καλάμια, το καλάμι RIP χρησιμοποιείται ειδικά με μηχανισμούς οριζοντίου τύμπανου (ροτάντε) και το κατανεμώμενο action του, στα σωστά χέρια, προσφέρει αυτό ακριβώς για το οποίο κατασκευάστηκε.

Μηχανισμοί

Kανονικός μηχανισμός ή μουλινέ: Ο “κανονικός” μηχανισμός, όπως γενικά λέγεται το μουλινέ, για τις ανάγκες μας πρέπει να έχει μια μπομπίνα που να παίρνει τουλάχιστον 300 μέτρα πετονιάς με διάμετρο 0,35 χιλ. Στους περισσότερους μηχανισμούς αυτού του είδους, η πετονιά τυλίγεται με σταυρωτά σπιράλ, ενώ, αναφορικά με τα υλικά κατασκευής, οι πλαστικές ουσίες είναι οι προτιμότερες αφού είναι πιο ελαφριές, παρόλο που είναι πιο εύθραυστες. Η ρέγουλα όμως πρέπει να είναι αρκετά αξιόπιστη και να εγγυηθεί ένα τέλειο σφίξιμο κατά τη διάρκεια του πετάγματος, ώστε να αποφευχθούν κακοί τραυματισμοί σο δείκτη – εξάλλου ο μηχανισμός “άνοιγμα-κλείσιμο” του στεφανιού πρέπει να είναι απόλυτα σίγουρος.

Μηχανισμός με οριζόντιο τύμπανο ή ροτάντε: Σε σχέση με το μουλινέ, το ροτάντε θεωρείται ενεργητικό. Η μπομπίνα του αρχίζει να περιστρέφεται αμέσως μετά την απελευθέρωση της πετονιάς, λόγο του τραβήγματος του μολυβιού. Το σημαντικότερο πράγμα είναι η τέλειος συγχρονισμός ανάμεσα στην ταχύτητα του μολυβιού και την ταχύτητα της μπομπίνας, κάτι που εξασφαλίζεται χρησιμοποιώντας το μηχανισμό του αδρανειακού φρένου.

Υπάρχουν δυο είδη αδρανειακών φρένων: τα μαγνητικά και τα φυγοκεντρικά. Ενώ τα πρώτα μειώνουν τις στροφές χρησιμοποιώντας ένα μαγνητικό πεδίο, τα δεύτερα μειώνουν την ταχύτητα της μπομπίνας μέσω δυο μικρών πιστονιών (πλαστικά ή από τεφλόν κυλινδράκια), που τοποθετούνται πάνω στον άξονα της ίδιας μπομπίνας που εκτείνονται λόγο της φυγοκεντρικής δύναμης. Όπως γίνεται αντιληπτό, η μπομπίνα είναι το κύριο στοιχείο σε αυτά τα είδη μηχανισμών και πρέπει επίσης να είναι ελαφριά, ισορροπημένη και ευρύχωρη.

Τα μολύβια: Σε αυτό το είδος ψαρέματος, το μολύβι έχει ένα πολύ σημαντικό ρόλο. Φυσικά, η μορφή ενός μολυβιού αλλάζει με σχέση την απλή αντοχή ή τη μεγάλη αντοχή. Στην τελευταία κατηγορία ανήκουν τα μολύβια που έχουν μορφή όπως ο κώνος, που μας επιτρέπει επίσης να “δοκιμάζουμε” το βυθό, ή ακόμα καλύτερα ο κώνος με τη βάση λοξή, που, με αντοχή πάνω από 30% από το κανονικό, μέσα στα δυνατά κύματα και με φουρτουνιασμένη θάλασσα, κάνει πολύ καλή δουλειά. Και στις δυο περιπτώσεις, το βάρος των μολυβιών διαφέρει από τα 120 έως τα 170 γραμμάρια. Για μεγάλη αντοχή, όμως, σε μακρινή απόσταση, τα πιο κατάλληλα μολύβια είναι εκείνα που έχουν σχήμα λογχοειδές ή τορπίλης και εφοδιάζονται με spike. Η άγκυρα (spike) αυτή βιδώνεται στη μύτη του ίδιου μολυβιού και κρατάει αγκυροβολημένο και ακούνητο το μολύβι στο βυθό, το κατάλληλο βάρος του είναι 150 και 175 γραμμάρια.

Τα αγκίστρια: Τα είδη τους σχετίζονται με το δόλωμα. Υπάρχουν αγκίστρια για μαλακό , σκληρό ή ογκώδες δόλωμα. Τα γνωρίσματα των αγκιστριών για μαλακό δόλωμα είναι: ελαφρότητα, μακρύ κοτσάνι, στενός λαιμός. Η προτεινόμενη αρίθμηση είναι από το ένα-μηδέν έως το τέσσερα-μηδέν (1/0 - 4/0). Τα αγκίστρια για τα σκληρά δολώματα είναι διαμετρικά αντίθετα με τα προηγούμενα, αφού αυτά είναι κοντά, στραβά, με φαρδύ λαιμό και μύτη “νύχι αετού (παπαγαλέ)” από ατσάλι αντί για καρμπόν. Επειδή αυτά τα αγκίστρια χρησιμοποιούνται με ταραγμένη θάλασσα όταν τα θηράματα αρπάζουν το δόλωμα με το σκίσιμο, προτείνουμε να χρησιμοποιηθούν αγκίστρια από το 2/0 έως το 5/0. Τα αγκίστρια για τις μεγάλες δολώσεις είναι τύπου Aberdeen και έχουν extra long κοτσάνι, φαρδύ λαιμό και αιχμή ακονισμένη χημικά ή τύπου O’Shaughnessy και είναι από ατσάλι, χοντρό, ίσιο και με κρίκο. Πρέπει να αναφέρουμε όμως ότι, ενώ αυτά τα δυο είδη αγκιστριών χρησιμοποιούνται σε μονάγκιστρα παράμαλλα, τα Beak, που είναι στραβά, παπαγαλέ, κοντά, ατσαλένια, με κρίκο ή όχί, μπορούν να χρησιμοποιηθούν με παράμαλλα τύπου Tandem, τοποθετώντας δυο αγκίστρια το ένα πίσω από το άλλο. Και στις τρεις περιπτώσεις, το μέγεθος των αγκιστριών θα υπολογισθεί με το μέγεθος των δολωμάτων που πρόκειται να χρησιμοποιήσουμε και μπορεί να φτάσει ακόμα και στο 10/0.

Πετάγματα και παράμαλλα στο surfcasting: Στο surfcasting, το πέταγμα είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Υπάρχουν δυο βασικές κατηγορίες πεταγμάτων, τα πετάγματα on the ground και τα πετάγματα on the air. Στο on the ground τα πετάγματα πραγματοποιούνται (όπως λέει και η ίδια η λέξη) με το μολύβι ακουμπισμένο στο έδαφος και είναι το Above Cast, το Side Cast και το Ground Cast.

Το Above Cast, που κυριολεκτικά σημαίνει “πέταγμα που πραγματοποιείται από πάνω”, πραγματοποιείται ως εξής: το καλάμι το κρατάμε πάνω από το κεφάλι και μόνο με την κίνηση των μπράτσων (ο κορμί δεν κουνιέται), το ένα πόδι βγαίνει μπροστά, το αριστερό χέρι κρατάει την άκρη του στειλιαριού του καλαμιού και το δεξί το σφίγγει στο ύψος του μηχανισμού. Αυτό το είδος πετάγματος πραγματοποιείται όταν χρειάζεται με ακρίβεια να βρούμε το ίδιο σημείο που ψαρεύουμε, με απώλεια όμως την απόσταση. Όντως ένα Above Cast δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν το σημείο βρίσκεται πάνω από 80-90 μέτρα απόσταση από την ακτή.

Το Side Cast είναι το πιο εκτεταμένο πέταγμα και η διαφορά είναι ότι εδώ εκμεταλλευόμαστε όλο το σώμα. Κρατώντας το καλάμι πίσω μας και ακουμπώντας το σχεδόν πάνω στην παραλία, κάνουμε τρία-τέσσερα βήματα (σαν να τρέχουμε) προς την θάλασσα και, σταματώντας απότομα πάνω στο αριστερό πόδι, πραγματοποιούμε το πέταγμα. Το Side Cast είναι πολύ δυνατό πέταγμα.

Στο Ground Cast υπολογίσουμε ότι βρισκόμαστε πάνω σε ένα τεράστιο ρολόι. Κρατάμε το καλάμι πίσω μας προς τις 7-8 η ώρα, με το μολύβι ακουμπισμένο στις 9. Αρχικά το κορμί μας είναι γυρισμένο ένα τέταρτο σε σχέση με τη θάλασσα, το καλάμι το κρατάμε με τον πήχη του χεριού διπλωμένο και στην ίδια διεύθυνση με το καλάμι. Γυρίζοντας ταυτόχρονα το κορμί μας προς τη θάλασσα, από το αρχικό ακούμπισμα στο δεξί πόδι, θα τελειώσουμε το πέταγμα επάνω στο αριστερό και με γωνία περίπου 45 μοιρών σε σχέση τη θάλασσα. Όπως γίνεται αντιληπτό, και σε αυτό το πέταγμα, το μολύβι σέρνεται στον πάτο αποκτώντας τεράστια δύναμη. Στα πετάγματα που γίνονται on the ground εμπλέκονται είτε οι μυς των μπράτσων, είτε το γύρισμα του κορμιού μας και για αυτό απαιτείται γρήγορη δράση.

Pendulum Cast ή Εκκρεμές: Είναι το πέταγμα on the air (στον αέρα). Είναι πιο εντυπωσιακό άλλα και πιο δεσμευτικό, αφού απαιτεί τέλειο συντονισμό κίνησης σώματος και καλαμιού. Το μολύβι “κρέμεται” από το καλάμι που κρατάμε κάθετα, το δεξί πόδι είναι παράλληλα με τη γραμμή της ακρογιαλιάς και το σώμα “γυρίζει την πλάτη” στη θάλασσα. Μένοντας σε αυτήν τη θέση, κουνάμε το μολύβι δεξιά-αριστερά δυο φορές, για να φορτώσουμε το καλάμι, το οποίο γυρίζει μετά όπως μια σούστα (ελατήριο), επιστρέφοντας όλη την ενέργεια. Όταν ρίχνουμε μεταφέρουμε το κορμί μας σε κανονική θέση μπροστά στη θάλασσα. Στο Pendulum Cast προτιμούνται καλάμια RIP των 3,65 ή των 4,20, χρησιμοποιώντας μηχανισμούς ροτάντε (οριζόντιο τύμπανο).

Δολώματα και θηράματα του surfcasting: Τα ψάρια που συχνότερα συλλαμβάνουμε με την τεχνική του surfcasting μπορούμε να τα χωρίσουμε σε δυο μεγάλες κατηγορίες: τα εκσκαπτικά και τα αρπακτικά. Τα δολώματα που θα χρησιμοποιήσουμε πρέπει να είναι ευπρόσδεκτα και στις δυο κατηγορίες ψαριών. Η σαρδέλα, ο κέφαλος, η πορφύρα, ο σωλήνας, το αμερικάνικο και το μονοδόλι είναι μερικά από τα ευρέως διαδεδομένα δολώματα του surfcasting. Η σαρδέλα, δόλωμα πολύ δελεαστικό χάρη στη λαδερή ουσία που περιέχει τα κρέας της, είναι πολύ αποτελεσματική κατά την περίοδο από τον Οκτώβριο έως το Δεκέμβριο. Ο κέφαλος, που μαζί με τη σαρδέλα είναι κατάλληλο για τα αρπακτικά, δουλεύει πολύ καλά επίσης τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο. Τα κεφαλόποδα, όπως η σουπιά και το καλαμάρι, είναι δολώματα που δουλεύουν άψογα όλο το χειμώνα και με κρύα νερά, ενώ χάρη σε μια πράσινη ουσία που εκκρίνει το κρέας τους που οξειδώνεται όταν έρθει σε επαφή με το νερό, δημιουργούν μια τέλεια ορατή έλξη, ακατανίκητη για τα ψάρια. Ο σωλήνας δουλεύει άψογα στα ρηχά ή μεσαία αμμουδερά βάθη. Η πορφύρα είναι δόλωμα ιδιαίτερα αγαπητό σε σπαρίδες, σαργούς και τσιπούρες. Το μονοδόλι είναι δόλωμα πολύ αποδοτικό, χάρη στο υγρό που περιέχει, και δουλεύει άψογα όλο το χρόνο, σε όλες τις συνθήκες. Τέλος, το αμερικάνικο δουλεύει επίσης καλά πάντα και παντού. Τα πιο συνηθισμένα θηράματα το surfcasting είναι οι σαργοί, οι τσιπούρες, τα λαβράκια, τα μυλοκόπια, τα σαλάχια, τα μουγγριά, οι γαλέοι, τα γοφάρια και οι μουρμούρες.

Η πετονιά: Τα χαρακτηριστικά της είναι τα εξής: ελαφριά, μαλακιά, λίγο ελαστική, με αντοχή στη θαλάσσια αντίδραση και με ελεγχόμενη θραύση. Είναι βέβαιο όμως ότι αυτά τα γνωρίσματα αλλάζουν και αυτό εξαρτάται από τη χρήση της πετονιάς, όπως: Τυλιγμένη στην μπομπίνα (χρησιμοποιείται για τα παράμαλλα ή ακόμα ως shock leader). Η πετονιά που χρησιμοποιείται τυλιγμένη στην μπομπίνα πρέπει να είναι ελαφριά και μαλακιά, για τη διευκόλυνση του τραβήγματος του μολυβιού. Η πετονιά για τα παράμαλλα πρέπει να είναι σκληρή και να έχει μεγάλη αντοχή στη θραύση, ειδικά αν υπολογίζουμε τη βιαιότητα με την οποία κάποια θηράματα με κοφτερά δόντια επιτίθενται. Οι προτεινόμενες διάμετροι είναι από 0,35-0,60. Η πετονιά για το shock leader: Σε αυτή την περίπτωση, η πετονιά που χρησιμοποιείται στα τελευταία 9-10 μέτρα της μπομπίνας, πρέπει να είναι αρκετά σκληρή, με πολύ μεγάλη αντοχή στη θραύση και με διάμετρο που να μην είναι ποτέ μικρότερη από 0,60 και να μην ξεπερναέι το 0,80. Αυτό, φυσικά, κανονίζεται πάντα και ειδικά από το είδος καλαμιών που χρησιμοποιούμε (μαλακό, ημίσκληρο ή σκληρό) και από το casting range (δυνατότητα πετάγματος μολυβιού) που έχει.

πάτα πάνω στις φωτογραφίες για να τις δεις σε κανονικό μέγεθος