BACK   ...the right site for fishing lovers
 
SURFCASTING
 
 

 

 

 

Είναι πια της κοινής γνώσης ότι το ψάρεμα με την τεχνική του surfcasting είναι εκείνο που πραγματοποιείται ρίχνοντας μέσα στα κύματα, όπως λέει καθαρά η μετάφραση η ίδια αγγλοσαξονική λέξη, “πέταγμα στο κύμα” επακριβώς. Αυτή είναι αναμφίβολα η από τις πιο ασκούμενες στη θάλασσα ψαρευτική τεχνική από την παραλία, που είναι η πιο διασκεδαστική και εντυπωσιακή, αλλά και η πιο δεσμευτική και πολύπλοκη. Αυτή η τεχνική, όπως λένε οι περισσότεροι, γεννήθηκε στην Αμερική το περασμένο αιώνα, χάρη σε κάποιους ερασιτέχνες ψαράδες που, τυχαία, βρήκαν το σύστημα για να ενεδρεύουν μεγάλα αρπακτικά από την ακτή, δολώνοντας ψαροδόλια με εξοπλισμό, πολύ στοιχειώδης, για εκείνη την εποχή, ενώ άλλοι, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η τεχνική αυτή, γεννήθηκε στην Αγγλία για να ενεδρεύουν τους γάδους (μπακαλιάρους) που συχνάζουν τις περιοχές κοντά τις ακτές τους, ανάμεσα την αναταραχή δημιουργημένη από τις ωκεάνιες παλίρροιες. Πράγματι, εάν το παρατηρήσουμε, στις λεκάνες του Ατλαντικού, που η σταθερή εναλλαγή των παλιρροιών δημιουργεί μεγάλες ανισότητες, οι beachcasters ενεδρεύουν μεγάλα αρπακτικά που πλησιάζουν στην αναζήτηση των εκσκαπτικών, σε λίγες δεκάδες μέτρα από την ακτή, υποκινούμενα από την παλίρροια και γοητευμένα από την τροφή που, σε αυτές τις περιοχές και με αυτές τις συνθήκες, παρουσιάζεται πάντα πλούσια. Είναι ακριβώς στις περιοχές αυτές που η αρχική τεχνική έχει γίνει πιο λεπτή και ο εξοπλισμός και τα μοντέρνα συστήματα που πήραν τη θέση, μας δίνουν ακόμα σήμερα άψογα αποτελέσματα, χάρη επίσης στο ρυθμό με τον οποίο πραγματοποιούνται οι αλλαγές παλιρροιών, χωρίς να τσιγκουνεύεται ούτε η ποικιλία ούτε ο πλούτος των προϊόντων που δίνουν ζωή στην τροφική αλυσίδα. Η παλίρροια, διαρκώς, για δυο ή τρεις φορές την ημέρα, δημιουργεί μεγάλα κύματα ικανά να ανακατεύουν ο βυθός πλησίον την ακτή, φέρνοντας στο φως μια αξιοσημείωτη ποσότητα τροφίμων όπως μικροοργανισμούς, πολλά και διαφορετικά είδη σκωληκοειδή και διαφορετικά οστρακοειδή, πέρα από μικρά κεφαλόπουλα, και άλλο, πολύ σημαντικοί για την τροφή των εκσκαπτικών, των μικρών ψαριών γενικά και επομένως, επίσης για τα αρπακτικά. Στις άλλες θάλασσες όπως τη Μεσόγειος, οι αλλαγές παλιρροιών είναι σχεδόν ανύπαρκτες γιατί, στην πρακτική, είναι κλειστό: οι δυο εισόδους-εξόδους της Σουέζ και της Γιβραλτάρ, είναι τόσο μικρές που, η ποσότητα νερού που περνάει, δεν είναι τόσο πλούσια ώστε να μπορούμε να έχουμε αλλαγές παλιρροιών όπως εκείνες που υπάρχουν στων ωκεανών. Να λοιπόν, γιατί οι Μεσογειακοί surfcasters, για να θέσουν στην πρακτική το πάθος τους για το surfcasting, πρέπει αναγκαστικά να περιμένουν τις διαταραχές που θα δημιουργηθούν τις κατάλληλες συνθήκες.

Ψάρια και περιβάλλον: Τα κύματα της θάλασσας συντρίβουν πάνω από την παραλία όταν το βάθος του νερού είναι μικρότερο από το μισό ύψος του κύματος, δηλαδή, η μέγιστη διαφορά μεταξύ την κοιλότητα και την κορυφή του κύματος. Όταν το κύμα συντρίβεται και γίνεται αιχμηρό και αφρώδης, μεταφέρει το κίνημά του στο υποκείμενο αμμώδης βυθό. Η θαλασσοταραχή, από κάτω την επιφάνεια, παράγει δυο ρεύματα: το “πρώτο ρεύμα”, που κινείται στην ίδια κατεύθυνση με τα κύματα, και το “δεύτερο ρεύμα” ή “αντιμάμαλου” που, προερχόμενο από τη σύγκρουση του πρώτου ρεύμα επάνω στην ακτή, κινείται με αντίθετη ώθηση, αλλά μειωμένη σε σχέση με αυτήν. Η σύγκρουση μεταξύ των δυο ρευμάτων, παράγει κάποιο “οργανικό ίζημα” επακόλουθος από ιζήματα μεταφερόμενα από τους ίδιους: Αυτό, αποτελεί μια εξαιρετική πηγή τροφίμων για τα περαστικά ψάρια. Στο surfcasting, είναι πολύ σημαντικό να ξέρουμε να διαλέγουμε την κατάλληλη στιγμή της “αναπνοής” της θαλασσοταραχής. Αυτή, πράγματι, λέγεται “ανέβασμα” όταν στην αρχή, η υπερβολή του πρώτου ρεύμα, παράγει κύματα που πλησιάζουν  πολύ μεταξύ τους, έπειτα “σταθερά” και, μετέπειτα, “μειούμενα”. Στο ενδιάμεσο, μεταξύ αυτών των δυο τελευταίων φάσεων, τα κύματα απομακρύνονται μεταξύ τους, δημιουργώντας “αναπνοή” που επιτρέπει την παραγωγή του αντιμάμαλου. Η κατάλληλη στιγμή για το ψάρεμα, το έχουμε όταν ο αριθμός των κυμάτων που θρυμματίζουν επάνω στην παραλία μέσα σε ένα λεπτό, είναι συμπεριλαμβανόμενο μεταξύ οκτώ και δεκαέξι (8-16). Δυστυχώς, αυτή την ευνοϊκότερη κατάσταση, κατά μήκος των Ελληνικών ακτών, πραγματοποιείται πολύ σπάνια, υποχρεώνοντας τους ψαράδες του surfcasting να βελτιώνουν πολύ την δική τους τεχνική και γνώση ώστε να είναι καθορισμένοι μεταξύ των καλύτερων του κόσμου.

Η χειμερινή περίοδος είναι χωρίς αμφιβολία το καλύτερο για αυτήν την τεχνική, δεδομένης της αυξημένης συχνότητας των θαλασσοταραχών και, πάνω απ'όλα, το ενήλικο στάδιο της ανάπτυξης των οργανισμών που ζουν στον αμμώδη βυθό. Η γνώση των παραλιών, του βάθος τους και των περιοδικών ανέμων, είναι επίσης απαραίτητα για την πρακτική αυτής της τεχνικής. Οι βαθιές παραλίες επηρεάζονται πολύ λιγότερο από την επίδραση της διάβρωσης που προκύπτουν από ακραία καιρικά φαινόμενα, παρουσιάζοντας έτσι την άμμο με κόκκους μεσαίου μεγέθους: οι ρηχές παραλίες παρουσιάζουν συνεπώς πολύ λεπτότερη άμμο. Για τους σκοπούς της αλιείας πρέπει να ξέρουμε ότι οι βαθύτερες παραλίες έχουν ανάγκη από ισχυρότερες θαλασσοταραχές για την αφαίρεση των οργάνων από το βυθός. Κατά μήκος των ιταλικών ακτών οι κατηγορίες ψαριών που εμπλέκονται στην αλυσίδα τροφίμων που προκύπτουν από ακραία καιρικά φαινόμενα στην παραλία, είναι τα εκσκαπτικά όπως τη μουρμούρα, σαργός, και τσιπούρα: τα αρπακτικά όπως το λαβράκι, γοφάρι, και μουγγρί, και τα ψάρια μικτής διατροφική συμπεριφοράς όπως το μυλοκόπι και το γαλέος. Μια άλλη κατηγορία ψαριών πολύ κυνηγημένα με την τεχνική του Surfcasting είναι αυτή των πλατύψαρων: καλκάνι, σαλάχι (θηρευτής στην ενήλικη ζωή), και γλώσσα. Τα πλατύψαρα συνήθως πλησιάζουν την ακτή προς το σούρουπο, οδηγημένα από το κύριο ρεύμα μέχρι την οργανική κατάθεση αίσθηση του οποίου αισθάνονται το λαδερό σημάδι από μια διακριτική απόσταση με την δική τους ισχυρή αίσθηση της όσφρησης, ενώ κατά τη διάρκεια της ημέρας σταματούν πάντα κοντά στην παραλία, αλλά σε μεγαλύτερα βάθη. Όλοι τα εκσκαπτικά γενικά ζουν, ως επί το πλείστον στα ύδατα πλούσια με θαλάσσια βλάστηση και βράχους (ξέρες και βραχώδη ακρωτήρια) που τους προσφέρουν καταφύγιο και φωλιά, πλησιάζοντας την ακτή όταν οι καταιγίδες παράγουν τρόφιμα. Τα αρπακτικά χωρίς μια σταθερή φωλιά, πλησιάζουν επίσης, σε αυτές τις περιπτώσεις την ακτή σε αναζήτηση ψαροδόλια.

Εξοπλισμός

Καλάμια: Υπάρχουν πολλούς τύπους καλαμιών Surfcasting στο εμπόριο που είναι σε θέση να καλύψουν οποιαδήποτε απαίτηση της απόδοσης και πορτοφολιού. Τα μήκη κυμαίνονται μεταξύ 3,60 και 4,50 m. και οι δυνατότητες πετάγματος μεταξύ 100 και 250γρ. Τα πιο γνωστά καλάμια είναι τα τηλεσκοπικά με συμπεριφορά, λίγο – πολύ, παραβολική, ενώ οι πιο απαιτητικοί surfcastmen προτιμούν τα δύσπαστα και τα τρίσπαστα, λεγόμενα επίσης "κατανεμώμενα". Αυτά τα τελευταία, παρασκευάζονται με σύνθετα υλικά του καρμπόν πολύ εξελιγμένα, και έχουν μια πολύ γρήγορη και δυνατή action: Σκεφτείτε ότι με την ίδια προσπάθεια, με ένα παραβολικό καλάμι, μπορούμε να ρίξουμε έως και 90/100 μτ. απόσταση, και στα 150/180 μτ. με ένα καλάμι δύσπαστο ή τρίσπαστο. Φυσικά, αυτές οι τεράστιες αποστάσεις απαιτούν πολύ εκπαίδευση στα πετάγματα και μια πολύ καλή γνώση του εξοπλισμού που χρησιμοποιούμε. Για να εκμεταλλευτούμε καλύτερα τα κατανεμώμενα καλάμια, χρειάζεται τη χρήση του "pendulum", τον οποίο, δίνοντας μια υψηλή φυγοκεντρική ενέργεια που μεταδίδεται έως το μολύβι, επιτρέπει να λυγίσει αυτά τα καλάμια εξαιρετικά σκληρά μεταδίδοντας επίσης πολλή δύναμη για το πέταγμα. Θεμελιώδης τελικά, για ένα καλό καλάμι του Surfcasting, ένα το υψηλό μήκος της λαβής (70/80 εκ.) για το σκοπό, πάνω από όλα, του πετάγματος.

Μηχανισμούς: Τους μηχανισμούς με σταθερή μπομπίνα είναι τα πιο χρησιμοποιημένα, και ιδανικά για τα παραβολικά καλάμια. Στα καλάμια κατανεμώμενα είναι σχεδόν απαραίτητο να χρησιμοποιήσουμε μηχανισμούς με περιστροφική οριζόντια μπομπίνα. Καλό θα είναι, στην διαλογή ενός μηχανισμός για το Surfcasting, δύναμη και σταθερότητα εναντίον την ταχύτητα μαζέματος.

Πετονιές: Στην μπομπίνα πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον 250/300 μτ. πετονιάς με διάμετρος που μπορεί να διαφέρει μεταξύ το 0,35 μμ. (12 λίμπρες) και το 0,60 μμ. (50 λίμπρες). Αυτή τη πετονιά πρέπει οπωσδήποτε μαλακό και ελαφρύς, με σκοπό να επεκτείνει το πέταγμα, και στην ίδια στιγμή όχι πολύ ελαστικό, για να μην χαθεί πολύ ενέργεια στη φάση του καρφώματος που συμβαίνει σχεδόν πάντα πολύ μακριά. Τα παράμαλλα είναι και αυτά πάντα συμπεριλαμβανόμενα μεταξύ το 0,35 μμ. και το 0,60 μμ. και πρέπει να είναι πάντα φτιαγμένα με σκληρές και  δυνατές πετονιές. Υπάρχει επίσης η πετονιά χρησιμοποιημένη ως προστασία για τα χτυπήματα λεγόμενη "shock leader", δηλαδή, τα τελευταία 7/8 μτ. πετονιάς στην μπομπίνα πριν το παράμαλλο. Αυτή τη πετονιά είναι επίσης πολύ σκληρή, είναι καλυμμένη από ένα ψευδό-φλοιού, και πάντα πολύ μεγαλύτερο με διαμέτρους επίσης του 0,70/0,80 μμ.

Αγκίστρια: Εξαρτάται από το δόλωμα, χρησιμοποιούνται διαφορετικά είδη αγκιστριών. Τα μαλακά δολώματα χρησιμοποιούνται με αγκίστρια μακριά και σχετικά λεπτά και ελαφριά λεγόμενα "aberdeen", με μεγέθους μεταξύ το 1/0 και το 4/0. Ενώ, για τα σκληρά δολώματα χρησιμοποιούνται κοντά ατσάλινα αγκίστρια, χοντρά και στραβά, που λέγονται "beak", με μεγέθους μεταξύ το 2/0 και το 4/0. Για τα αρπακτικά ψάρια δολώνονται δολώματα με μεγάλο όγκος, πάνω τα ήδη γνωστά αγκίστρια "O'Shaughnessy". Αυτά τα χοντρά αγκίστρια, φυσικά, είναι φτιαγμένα από ατσάλι, έχουν μεσαίου μεγέθους κοτσάνι, λαιμό τύπου αγκώνα (J hooks), και ίσια αιχμή, με μεγέθους μεταξύ το 3/0 και το 10/0.

Μολύβια: Υπάρχουν μολύβια “για κράτηση” για μεσαία πετάγματα, γενικά σε σχήμα κωνικό και βάρος μεταξύ τα 130 και τα 200 γρ. Για τα πιο μακρινά πετάγματα χρησιμοποιούνται, αντίθετα, τα λεγόμενα μολύβια “για μεγάλη κράτηση”, με σκοπό να αυξάνουμε την αντίσταση στο κάλεσμα της τεράστια πετονιά που εκτοξεύεται και να συνδέεται καλύτερα σε ένα βυθός πιο “απλό” από εκείνο από τα πρώτα 80/100 μέτρα από την ακτή. Αυτά τα μολύβια, εξοπλισμένα με άγκιστρα για να κρατήσουν στο βυθός, κλείνονται στη φάση του μαζέματος. Το βάρος τους κυλάει από τα 150 έως τα 200 γρ.

Παράμαλλα και Δολώματα: Σε αυτή τη τεχνική ψαρέματος χρησιμοποιούνται πολλές και διαφορετικές αρματωσιές, εξαρτάται από την κατάσταση της θάλασσα, των δολωμάτων που χρησιμοποιούνται, και της λείας που πρόκειται να θα θέλαμε να κυνηγήσουμε. Για λόγους απλότητας και συντομίας, θα αναφερθούμε μόνο σε μερικά. Υπάρχουν διαφορετικά μοντέλα παράμαλλων: "Pig", "Riptrace" (απαραίτητο για το Pendulum Cast), και το πολύ γνωστό "Pater Noster", καλό για συνθήκες υψηλής αναταραχής αλλά, δυστυχώς, πολύ ορατό (αυτό είναι καλό για πετάγματα on the ground). Ακόμα και οι αρματωσιές (το τελευταίο κομμάτι πετονιάς με το αγκίστρι) είναι πολλές: υπάρχει το "Short Arm" (70 εκ. του 0,30 μμ. μεταξύ αγκίστρι και στριφτάρι) ή το "Long Arm" (1,5 μτ. του 0,30 μμ. μεταξύ αγκίστρι και στριφτάρι), καλό αυτό, για καχύποπτα ψάρια και χαμηλή αναταραχή της θάλασσας. Έπειτα υπάρχει το "Διπλό Long Arm" (3 μτ. αρματωσιά με ένα μικρό φελλό στα 80 εκ. Περίπου από το αγκίστρι, για να σηκώνει το δόλωμα στις πιο βαθιές παραλίες); Άλλη αρματωσιά ημίπλευστη είναι η "σχεδία", καλή για τη μεσαία απόσταση στις χαμηλές και μεσαίες παραλίες. Τα δολώματα περισσότερο χρησιμοποιημένα είναι: η σαρδέλα (εξαιρετική από τον Οκτώβριο έως το Δεκέμβριο, γιατί η θάλασσα, ακόμα ζεστή από το καλοκαίρι, απλώνει καλύτερα τη μυρωδιά της); Το κεφαλόπουλο (φιλεταρισμένο ή δολωμένο ζωντανό, εξαιρετικό για τα αρπακτικά); Τα κεφαλόποδα (για να αντικαταστήσουν τη σαρδέλα από το Δεκέμβριο και μπρός, για τη φωτοβολία που εκδίδουν όταν το νερό, όταν κρυώνει, δεν μεταδίδει πλέον τις μυρωδιές της λαδερή κηλίδα); Το καβούρι (εξαιρετικό για σαργούς και τσιπούρες); ο πορφύρας; και το μονοδόλι (πολύ ευέλικτο).

Ψάρεμα – Μέτρα: Η διαλογή του σημείου ψαρέματος, στην ψαρευτική ορολογία "τομέα", γίνεται υπολογίζοντας πάντα την αναπνοή που θα μπορούσε να έχει την καταιγίδα σε εκείνο το σημείο και στην πιο κατάλληλη στιγμή για το Surfcasting, που είναι κανονικά, κάποιες ώρες μετά το σούρουπο. Φτάνοντας στην παραλία στο σούρουπο, δεν πρέπει ποτέ να γίνει το λάθος να διαλέγουμε ένα τομέα που, προφανώς κατάλληλος εκείνη τη στιγμή, θα μπορούσε να αποδειχτεί πολύ κατεβασμένο λίγη ώρα αργότερα! Πριν ξεκινήσουμε το ψάρεμα, είναι σημαντικό να εξετάζουμε ο βυθός ώστε να εντοπίζουμε με όση περισσότερη ακρίβεια γίνεται, η θέση και η απόσταση της οργανικής συσσώρευσης. Υπάρχουν μολύβια με σχήμα κωνικό ή ανεστραμμένη πυραμίδα που, πεταμένα σε μια υποθετική απόσταση μεγαλύτερη από αυτή του τροφικού σημείου και, μαζεμένα έως την ακρογιαλιά, επιτρέπουν να προσδιοριστή τη ράχη της οργανικής συσσώρευσης την στιγμή στον οποίο αντιστέκονται με περισσότερη αντίσταση στο μάζεμα. Η εμπειρία, η προσοχή, και η ευαισθησία, είναι χωρίς καμία αμφιβολία, επίσης σε αυτή την κατάσταση, μεγάλη βοήθεια! Όταν το μάζεμα του μολυβιού δείχνει με διάκριση, πάνω στο καλάμι, μικρά και τακτικά πηδήματα, μιλάμε για "βυθός κλειστός"; Όταν αντίθετα, το μάζεμα φαίνεται σαν να θέλει να μπλοκάρει το μολύβι, μιλάμε για "βυθός ανοικτό". Στη φάση της εξέτασης του βυθού, που είναι καλύτερα να γίνει πάντα πριν σκοτεινιάζει, πρέπει να προσέξουμε να μην μπερδεύουμε την οργανικής συσσώρευσης με κάποια απομονωμένη ξέρα άμμου. Οπτικά, αυτή η διαφορά μαζεύεται σύμφωνα με την διαφορετική συμπεριφορά του κύματος που προκύπτουν από την διαφορετική φυσική διαμόρφωση των δύο ερευνών: διασχίζοντας την οργανική συσσώρευση (πιο στρογγυλεμένη στην κορυφή), το κύμα διασπάται σταδιακά από το κέντρο προς τα άκρα, ενώ, διασχίζοντας τις ξέρες άμμου, το κύμα διασπάται και εκραγεί ξαφνικά. Τα καλάμια τοποθετούνται στα 10/15 μτ. το ένα από το άλλο, ρίχνοντας πάντα καθοδικός του ρεύματος και προσπαθώντας όσο καλύτερα γίνεται να υπολογίζουμε την καλύτερη απόσταση ώστε τα πιθανά ψάρια, πλησιάζοντας την οργανική συσσώρευση, να συναντηθούν πρώτα το δόλωμα και μετά τη τεντωμένη πετονιά. Τελικά, το πέταγμα αποτελεί μια άλλη θεμελιώδης άποψη στο Surfcasting, τόσο πολύ που υπάρχουν σχολεία πετάγματος και πολύ συχνά οργανώνονται "tournament". Η καλύτερη πρόταση για τους αρχάριους είναι εκείνη να κάνουν παρέα (τουλάχιστον στην αρχή) με έμπειροι surfcastmen.