BACK   ...the right site for fishing lovers
 

ΤΑ ΚΑΛΑΜΙΑ ΣΤΟ SURFCASTING

 
 

 

 

Νομίζω ποια έγινε κατανοητός ότι τα καλάμια που χρησιμοποιούνται στο surfcasting είναι από δύο είδη, σπαστά και τηλεσκοπικά, που κατατάσσουμε σε κατανεμώμενα (Rip) που είναι επίσης τα ποιο σκληρά, άρα τα ποιο δυνατά και απαιτούν μια πολύ καλή γνώση τις τεχνικές του πετάγματος, ενώ τα παραβολικά είναι ποιο ελαστικά και εφαρμόζονται σε όλους. Τα καλάμια αυτά είναι επίσης, μαζί με τα ημίσκληρα, τα ποιο αναζητούμενα γιατί αποδίδουν καλά στην μεταφορά και στην αποθήκευση χάρη στο μικρό όγκος που έχουν. Γενικά για μια αρχή είναι καλύτερα να διαλέξουμε τα καλάμια που είναι αρκετά “ελαφριά” με ένα range πετάγματος από 50 έως 120 γραμμάρια το πολύ, ενώ μετά που έχουμε αποκτήσει λίγη εμπειρία, μπορούμε άνετα να περάσουμε σε εκείνα ποιο σκληρά και δυνατά. Τελευταία, η τάση της αγοράς απευθύνεται στα τηλεσκοπικά ιμήσκληρα που λέγονται επίσης “τηλεσκοπικά τεχνικά” τον οποίο έχουν την περισσότερη δράση στον τομέα της κορυφής (μύτη) τους και μια προοδευτική ενεργή συσσώρευση. Αυτά τα καλάμια, σε σχέση με τα προηγούμενα, απαιτούν μια καλύτερη γνώση των πεταγμάτων όπως επίσης μια καλή τεχνική αλλιώς θα μας λείψει την μετάφραση, δηλαδή, η επέκταση της ώσης (σπρώξιμο) και επακόλουθο την απόσταση. Τα κατανεμώμενα καλάμια (Rip), είναι κατασκευασμένα σε δύο κομμάτια με βύσμα αρσενικό – θηλυκό και έχουν μια πολύ σκληρή δομή και οι τομείς που τα χαρακτηρίζουν είναι τρία: η κορυφή (που είναι το ανώτατο τμήμα), το τόξο (που είναι το μεσαίο τμήμα και το πολλαπλασιαστής της δύναμης), και το στειλιάρι (ο μοχλός).

Γενικά, όλα τα Rip είναι κατασκευασμένα σε δύο ή τρία κομμάτια: στειλιάρι κοντό και μύτη μακρύ ή του ίδιου μήκος. Τα καλάμια αυτά, διαφορετικά από τα άλλα, είναι γεννημένα επίτηδες για το Long Casting (τεχνικό πέταγμα) και διαφοροποιούνται από εκείνα που χρησιμοποιούνται στο ψάρεμα μόνο για την υπερβολική σκληρότητα και για την απότομη αλλαγή της δράσης στην φάση της φόρτωσης. Με την ίδια τακτική κατασκευάζονται επίσης καλάμια ψαρέματος με την μόνη διαφορά ότι μύτη είναι ποιο ελαστική, τα λεγόμενα μεικτά καλάμια, που έχουν δηλαδή διπλό σκοπό, το ψάρεμα και το πέταγμα. Όλο ανέρχεται από την ελαστικότητα του τόξου που καταφέρνει να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του ρίπτης, χάρη μια λιγότερη δύναμη στην φόρτωση και ένα καλύτερο φαινόμενο μαστίγιο. Να μιλήσουμε για τα καλάμια Rip σημαίνει να αγγίξουμε ένα πολύ εξαιρετικό θέμα και δεν πρέπει να το μπερδεύουμε με καλάμια παρομοίως κατασκευασμένα, ομοιόμορφα αλλά που δεν έχουν καμία σχέση με τα Rip. Εδώ, θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε καθαρά κάποια θέματα, τουλάχιστον για να μην μπερδεύουμε τα διαφορετικά μοντέλα καλαμιών, να τα καταλαβαίνουμε και να τα χρησιμοποιήσουμε. Θα προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε στην γνωριμία της επέκτασης της ώσης (σπρώξιμο) που δίνει το τόξο και το μοχλό έστω που είναι ένα θέμα λίγο δύσκολο να καταλαβαίνουμε χωρίς την κατάλληλη εμπειρία που, όμως θα μας είναι χρήσιμη για κάποιες συζητήσεις όπως επίσης για να γνωρίζουμε τα πιθανά όρια του εργαλείου.

Φυσικά, για να ξεκινήσουμε χρειαζόμαστε να καταλαβαίνουμε το κατασκευαστικό αξίωμα των τριών τομέων: κορυφή, τόξο και μοχλό, που συνιστούν μια αληθινή πληροφορία ώστε να μάθουμε να διαχειρίζουμε ο κορμός του καλαμιού με εξαιρετική ασφάλεια και για να έχουμε επαφή με το εργαλείο σαν μέρος από μας ώστε να μην γίνει όλο απίθανος. Μάλλον, μας έχει συμβεί κάποια στιγμή να βλέπουμε ένας καλός ρίπτης με ένα καλό καλάμι για τεχνικό πέταγμα και, σίγουρα το πράγμα που μας εκπλήσσει είναι η τεχνική με τον οποίο είδαμε να ρίχνουν το μολύβι (με κομψότητα και άνεση), και πως εκείνο το καλάμι λύγισε μέχρι την λαβή χωρίς κανένα ζόρισμα αλλά μόνο με την προοδευτική τεχνική. Αυτό γίνεται χάρη την επέκτασης της ώσης που καταφέρνουμε να δώσουμε κάνοντας το καλάμι να δουλεύει με μια πρόοδος από την κορυφή έως το πτέρνα και μέχρι να αποκτήσουμε το μέγιστο λύγισμα. Η κορυφή, πολύ μαλακιά και ελαστική, αφήνει το τομέας της στον κεντρικό τομέα μετά 60 – 80 εκατοστά και έπειτα να διαφέρει το ποιο χαμηλό τομέα (τόξο) που, θα σκληραίνει με μια απότομη πρόοδος μέχρι που φτάνει στο μοχλό που επίσης και αυτό, σύμφωνα με την δυναμική, θα λυγίσει με την δύναμη που δώσαμε. Αυτό το αξίωμα, εύκολο να ανακαλύπτουμε, στην πραγματικότητα γίνεται δύσκολο αν δεν υπολογίσουμε επίσης και την τεχνική. Αναφέροντας στην τεχνική, δεν φτάνει όμως να κοιτάξουμε μόνο το στιλ του ρίπτης, πρέπει να κοιτάξουμε επίσης ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνει να φορτώσει σωστά το καλάμι.

Στο τεχνικό πέταγμα, αναφέρουμε πολύ στο “σωστό χρόνο”, αν και το βασικό ενός πέταγμα εξαρτάται από την απαραίτητη εκτελεστική στιγμή έτσι ώστε η αθλητική κίνηση θα καταφέρει να φορτώσει εκείνο το μολύβι των 150 γραμμαρίων μέχρι πέρα από τα 40 κιλά. Η διαφορά μεταξύ ένα καλάμι Rip και τα άλλα, εξαρτάται από το τόξο που, όσο ποιο πολύ μεγαλώνει, τόσο ποιο πολύ μοιάζει με ένα παραβολικό εργαλείο, για αυτό, αν μια κορυφή ενός καλαμιού ξεπερνά τα 80 εκατοστά και μέχρι που φτάνει τα 100 – 200 εκατοστά, γίνεται μεικτό καλάμι (για το ψάρεμα και το πέταγμα) ενώ, αν ξεπερνάμε αυτό το σημείο αναφοράς, γίνεται παραβολικό καλάμι. Τα καλάμια Rip για τεχνικό πέταγμα είναι κατασκευασμένα πάντα (όπως αναφέραμε ποιο πάνω) με δύο κομμάτια, το πρώτο που έχει μήκος 215 ή 240 εκατοστά και το στειλιάρι που έχει μήκος 150 εκατοστά, ή και από δύο κομμάτια που έχουν ίδιο μήκος. Είτε στην πρώτη είτε στην δεύτερη περίπτωση, τα κομμάτια αυτά ενσωματώνονται μέσω υποδοχές “spigot” ή “compound” και η δράση του λυγίσματος συνεισφέρετε από πολύ σημαντικά στοιχεία: η κωνικότητα και η συμφιλίωση των συστατικών.

Σήμερα, χάρη στην εμπειρία που αποκτήσαμε, κάποιες κατασκευαστικές εταιρίες ωφελούμενες με έμπειρος προσωπικό, κατασκευάσουν μέσω σχέδια καλά μελετημένα ακόμα και τηλεσκοπικά καλάμια με δράση στην κορυφή, που σημαίνει ότι είναι πολύ κοντά στα Rip, με τον οποίο είναι επίσης δυνατό να πραγματοποιήσουμε τεχνικά πετάγματα (ground cast και pendulum). 
Φυσικά, για την κατασκευή αυτών των καλαμιών, χρησιμοποιούνται πολύτιμα υλικά, τα ποιο κοινά είναι τα προηγμένα πολυμερής αποτελούμενα από ίνες διαφορετικών προελεύσεων όπως: γυαλί, καρμπόν κτλ. ενσωματωμένα σε ένα στρώμα ρετσίνι όπως πολυεστέρας, βυνίλιο και φαινολικός τον οποίο δεν έχει εργασία μηχανική ανθεκτικότητα αλλά μας εγγυάται η συνοχή μεταξύ τις ίνες ενός στρώματος και τα πλησιέστερα.